opium

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈəʊpiəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈoʊpiəm/ ,USA pronunciation: respellingpē əm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opium nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narcotic obtained from poppies)όπιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Tina illegally bought opium from a stranger on the street.
opium nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sthg that dulls the senses) (μεταφορικά)όπιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Karl Marx famously said, "Religion is the opium of the people."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
opium den nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (19th-century place of drug taking)οπιοποτείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Some of the back-streets of Bangkok were well-known opium dens.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opium' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opium στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opium'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης