opinionated

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpɪnjəneɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈpɪnjəˌneɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(ə pinyə nā′tid)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opinionated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: vocal)ισχυρογνώμονας, ισχυρογνώμων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She's highly opinionated; unfortunately, her opinions are all stupid.
opinionated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (speech, article: full of opinion)δογματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He wrote a very opinionated article on the subject.
 Έγραψε ένα πολύ δογματικό άρθρο για το θέμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opinionated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opinionated στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opinionated'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης