opinion

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpɪnjən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈpɪnjən/ ,USA pronunciation: respelling(ə pinyən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (belief)άποψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's my opinion that the death penalty is morally wrong.
 Η άποψή μου είναι ότι η θανατική ποινή είναι ηθικά ανάρμοστη.
opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (point of view)γνώμη, άποψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)θέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Nobody ever listens to my opinion.
 Κανένας δεν ακούει ποτέ την άποψή (or: τη γνώμη) μου.
opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal: reasoning)γνωμοδότηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The panel of judges issued their opinion, finding in favour of the plaintiff.
 Η επιτροπή των δικαστών εξέδωσε τη γνωμοδότησή της κι έκρινε υπέρ του ενάγοντος.
opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (estimation)εκτίμηση, υπόληψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has gone right up in my opinion. He is a good man.
 Έχει ανέβει κατά πολύ στην εκτίμησή μου. Είναι καλός άνθρωπος.
opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expert evaluation)γνώμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)γνωμοδότηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συνήθως γιατρού)γνωμάτευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 After the doctor said I needed surgery, I sought a second opinion.
 Όταν ο γιατρός είπε ότι χρειαζόμουν επέμβαση, ζήτησα μια δεύτερη γνώμη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a matter of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subjective, debatable)υποκειμενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fashion is a matter of opinion.
be of the opinion v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (believe, think)πιστεύω, θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι της άποψης ότι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My husband thinks autumn is the best season, but I am of the opinion that winter is better.
climate of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (generally accepted beliefs)καθιερωμένες απόψεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Logic has no force against an adverse climate of opinion.
common opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (general belief, consensus view)επικρατούσα άποψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοινά αποδεκτή άποψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ευρέως διαδεδομένη άποψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
concurring opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: judge's agreement with a verdict) (νομικό)συγκατάθεση δικαστή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In a concurring opinion, the judge agreed with the decision of the court, but for different reasons different.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στη δίκη υπήρξε συγκατάθεση του δικαστή για την ετυμηγορία της ποινής.
difference of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disagreement)διαφορά άποψης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We had a difference of opinion over the subject of capital punishment.
dissenting opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expression of disagreement)αντίθετη άποψη, αντίθετη γνώμη επίθ + ουσ θηλ
 If there are no dissenting opinions, we shall proceed.
form an opinion v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (decide what you think)σχηματίζω γνώμη, σχηματίζω άποψη, διαμορφώνω άποψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't think I have enough information to form an opinion yet.
in my opinion advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to my mind, as far as I am concerned)κατά τη γνώμη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)για μένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In my opinion she's too young to get married and have children.
 Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ μικρή για να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.
in the opinion of preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (according to)σύμφωνα με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In the opinion of many older people, teenagers have far too much freedom these days.
in your opinion advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (according to you)κατά τη γνώμη μου, κατά την άποψή μου φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 In your opinion, are people in this area open-minded?
low opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disapproval, dislike)κακή γνώμη, άσχημη γνώμη επίθ + ουσ θηλ
 I have a low opinion of that storekeeper because he cheats his customers.
opinion poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of public attitudes)δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the latest public opinion poll, sixty-five percent of the people said they approved of our foreign policy.
 Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση, το 65% της κοινής γνώμης εγκρίνει την εξωτερική πολιτική μας.
public opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (views of many people on an issue)κοινή γνώμη επίθ + ουσ θηλ
public-opinion poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of people's views)δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 According to a recent public opinion poll, Americans care more about the economy than about health care reform.
quick change of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (about-face)γρήγορη αλλαγή απόφασης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The quick change of opinion was brought about by the discovery of compromising documents.
second opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (view of another expert)δεύτερη γνώμη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm sure you're right, doctor, but I'd still like a second opinion before undergoing surgery.
strong opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (firmly-held belief)ισχυρή γνώμη, ισχυρή άποψη επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opinion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [common, shared, free, liberal] opinion, opinion [poll, survey, letter, column], [furious, embittered, enraged] opinions (about), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opinion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opinion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης