Σε αυτή τη σελίδα: one o'clock, one
Ο όρος 'one o'clock' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'one'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'one o'clock' is an alternate term for 'one'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one o'clock,
1 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 1 P.M.)μία η ώρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
one o'clock,
1 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 1 A.M.)μία η ώρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one,
1
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 1)ένα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)μονάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She can already count from one to ten.
 Μπορεί ήδη να μετρήσει από το ένα ως το δέκα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αντικατέστησε τη μεταβλητή με μονάδα για να έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα.
one,
1
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(symbol for number 1)ένα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
one,
1
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(1 in number)ένας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I only need one onion for this recipe.
 Χρειάζομαι μόνο ένα κρεμμύδι για αυτήν τη συνταγή.
one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (single: item)ο ένας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 One of the books costs twice as much as the other.
 Το ένα βιβλίο κοστίζει δύο φορές όσο το άλλο.
one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (single: group member)ένας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 The taxi will only take four passengers; one of us will have to walk.
 Το ταξί παίρνει μόνο τέσσερις επιβάτες. Ο ένας από εμάς θα πρέπει να περπατήσει.
one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." formal (I, we: impersonal)κανένας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  κανείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 One doesn't like to criticize, but it's rather unattractive.
 Σε κανέναν δεν αρέσει να κριτικάρει, αλλά αυτό είναι αποκρουστικό.
 Κανείς δεν θέλει να κριτικάρει, αλλά αυτό είναι αποκρουστικό.
one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sth], [sb] unspecified)ο κάθε αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  κάθε αντών
 One car looks pretty much like another to me.
 Κάθε αυτοκίνητο μου μοιάζει λίγο πολύ με το άλλο.
one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (the same)ένας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There should be one law for everyone in the land.
 Θα έπρεπε να υπάρχει μια νομοθεσία για όλους στη χώρα.
the one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unique)μόνος, μοναδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My manager is the one person who can operate this system.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one,
1
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 1 o'clock)μία επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μία η ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's already one; how am I ever going to finish everything today?
one,
1
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(1 year of age)ενός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)ενός έτους φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Tragically, the elephant died when it was only one.
one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (single unit)ένα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The odds are ten to one against him.
one,
1
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(die: with 1 pip)άσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ένα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I rolled a one and a two and lost the game.
one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (banknote: £1, $1) (χαρτονόμισμα)του ενός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανάλογα τη χώρα)δολάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  λίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Το όνομα το νομίσματος χρησιμοποιείται και για να δηλώσει το χαρτονόμισμα της μίας μονάδας.
 I have a ten and three ones.
 Έχω ένα δεκάρικο και τρία δολάρια.
the one about nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (joke)αυτό επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 When I told the one about the horse and the bar, nobody laughed.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτό με τον Τοτό το ξέρεις;
the [adj] one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (particular item) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Αποδίδεται με ουσιαστικοποιημένο επίθετο.
 I don't like the blue sweater; I prefer the red one.
 Δεν μου αρέσει το μπλε πουλόβερ. Προτιμώ το κόκκινο.
the one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soulmate, true love) (μεταφορικά)αδελφή ψυχή, αδερφή ψυχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Christine believed Richard was the one, but he dumped her in the end.
 Η Κριστίν πίστευε ότι ο Ρίτσαρντ ήταν η αδελφή ψυχή της. Στο τέλος, όμως, αυτός την παράτησε.
1 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, written (first day of specified month) (του μήνα)η πρώτη, την πρώτη άρθ ορ + επίθ
  η 1η, την 1η β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: The example would be spoken "April first".
 In many countries, it's traditional to play pranks on each other on April 1.
1 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK, written (first day of specified month) (του μήνα)η πρώτη, την πρώτη άρθ ορ + επίθ
  η 1η, την 1η β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: The example would be spoken as "(the) first of June". This date format is most commonly used in the UK, though it is gaining popularity in the US.
 My date of birth is 1 June 1990.
the one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (specific person)αυτός αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  εκείνος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Jackie's the one I love.
one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (partner: true love)ο έρωτας της ζωής μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (για άντρα)η γυναίκα της ζωής μου, η μία και μοναδική έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (για γυναίκα)ο άντρας της ζωής μου, ο ένας και μοναδικός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The first time I met Paolo, I knew he was the one.
one pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." formal (+ who: unspecified person)κανείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  όποιος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 One should always take care not to offend others.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'one o'clock' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση one o'clock στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'one o'clock'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης