on

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɑn, ɔn/ ,USA pronunciation: respelling'on': (on, ôn); 'On': (Bible on)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (running, not switched off)ανοιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αναμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ενεργοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The computer's already on. Keep your phone on in case I need to call you.
 Ο υπολογιστής είναι ήδη ανοιχτός. Άσε το τηλέφωνό σου ανοιχτό σε περίπτωση που χρειαστεί να σε καλέσω.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (atop)πάνω σε επίρ + πρόθ
  σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Your book's on the table.
 Το βιβλίο σου είναι πάνω στο τραπέζι.
 Το βιβλίο σου είναι στο τραπέζι.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (on the surface)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  πάνω σε επίρ + πρόθ
 The picture's on the wall.
 Ο πίνακας είναι στον τοίχο.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the vicinity)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  δίπλα σε, κοντά σε επίρ + πρόθ
 They bought a house on a lake.
 Αγόρασαν ένα σπίτι στη λίμνη.
 Αγόρασαν ένα σπίτι δίπλα στη λίμνη.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (part of)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 He's been on the football team for several years.
 Είναι στην ποδοσφαιρική ομάδα εδώ και αρκετά χρόνια.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (according to)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  πάνω σε επίρ + πρόθ
 We'll continue on that basis.
 Θα συνεχίσουμε σε αυτήν τη βάση.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (purpose)για πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 He's here on business.
 Είναι εδώ για δουλειές.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (means)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 His car runs on diesel. Did you come here on foot?
 Το αυτοκίνητό του λειτουργεί με ντίζελ. Ήρθες εδώ με τα πόδια;
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (into position) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  στη θέση του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συχνά παραλείπεται στη μετάφραση.
 Put the lid on and boil for five minutes.
 Βάλτε το καπάκι και βράστε για πέντε λεπτά.
 Βάλτε το καπάκι στη θέση του και βράστε για πέντε λεπτά.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (condition) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The house is on fire.
 Το σπίτι πήρε φωτιά.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (time, occasion) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I always go jogging on Sundays. // Let's go to the cinema on Tuesday. // Are you available on 6 June? // On that fateful day, Audrey had no idea what was about to happen to her.
 Πάντα κάνω τζόκινγκ τις Κυριακές. // Πάμε σινεμά την Τρίτη. // Είσαι ελεύθερη στις 6 Ιουνίου; // Εκείνη τη μοιραία ημέρα, η Ώντρεϋ δεν είχε ιδέα τι έμελλε να της συμβεί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be on to [sb],
be onto [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (suspect [sb]'s secret)υποπτεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ψυλλιάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The thief knew the police were on to him, so he was trying to keep a low profile.
 Ο κλέφτης ήξερα ότι τον υποπτευόταν η αστυνομία και προσπαθούσε να κρατήσει χαμηλό προφίλ.
 Ο κλέφτης ήξερα ότι τον είχε ψυλλιαστεί η αστυνομία και προσπαθούσε να κρατήσει χαμηλό προφίλ.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (occurring)γίνομαι, συμβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)εκτυλίσσομαι, πραγματοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The film festival is on all week.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (broadcasting) (η τηλεόραση, το ράδιο)έχει, δείχνει, παίζει ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Your favourite programme is on.
 Έχει (or: δείχνει) την αγαπημένη σου εκπομπή.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (performing)στη σκηνή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I always get stage fright, but I'm OK once I'm on.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (planned)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Is the party still on for tonight?
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (baseball: on base)στη βάση φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 They have three men on.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK (acceptable)αποδεκτός, κατάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 His behaviour is just not on.
on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (due onstage) (καθομιλουμένη)βγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατά λέξη)βγαίνω στη σκηνή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το συγκρότημα βγαίνει σε 10 λεπτά.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (situated atop)πάνω, επάνω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Are you on? Can I start pedalling?
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (onto position, cooking) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I'll put the potatoes on.
 Θα βάλω τις πατάτες να γίνονται.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (covering, wrapping) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  πάνω μου φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He has his coat on already.
 Έχει ήδη βάλει το παλτό του.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ρίξε κάτι πάνω σου.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (tightly attached) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Make sure the cap is on properly.
 Βεβαιώσου ότι το καπάκι έχει μπει σωστά.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (towards a place, object) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 They walked further on down the road.
 Προχώρησαν πιο πέρα στο δρόμο.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (onward) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The crowd urged her on.
 Το πλήθος την ενθάρρυνε.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (continuously) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Carry on with what you were doing.
 Συνέχισε αυτό που κάνεις.
on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (into operation) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Could you turn the radio on?
 Μπορείς να ανοίξεις το ραδιόφωνο;
on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (button)on ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (υπολογιστές)ενεργοποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Press "on".
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (suspended from)σε προθ
 Her coat is on the hook.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (supported by)σε προθ
 Lie on your stomach.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (covering, wrapping)σε προθ
 You should put a bandage on that wound.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (carrying, with you)πάνω σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Have you got any cash on you?
 Έχεις καθόλου μετρητά πάνω σου;
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (about)σχετικά με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για προθ
 I'm looking for a book on orchids.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (basis)σε προθ
 The film is based on an 18th century novel. She depends on the dictionary to do her homework.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the direction of)σε, προς προθ
 She shone the light on the intruder.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (vehicles)σε προθ
 We can eat our sandwiches on the train.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (membership)σε προθ
 My Mum served on a jury for a murder trial.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (media)σε προθ
 What's on Channel 4 tonight?
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (undertaking: journey, etc.)σε προθ
 Leah is on a business trip to London.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (added to)σε προθ
  (επίσημο)επί προθ
 You can insure it for only pennies on the pound.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η επιβάρυνση είναι 5% στο συνολικό ποσό.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η επιβάρυνση είναι 5% επί του συνολικού ποσού.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." informal (liability: down to)σε προθ
  (καθομιλουμένη)πάνω σε επίρ + πρόθ
 It's always on me to sort out these problems.
 Πάντα έρχεται σε μένα η ευθύνη να επιλύσω αυτά τα προβλήματα.
 Πάντα πέφτει πάνω μου η ευθύνη να λύσω αυτά τα προβλήματα.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (destination)προς προθ
  σε προθ
 The police closed in on him.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (object) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 They've always looked on me with kindness.
 Πάντα με αντιμετώπιζαν με ευγένεια.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (reference)σχετικά με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για προθ
  όσον αφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What are your thoughts on global warming?
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (at the time of) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 They started to get lost on entering the city.
 Άρχισαν να χάνονται με το που μπήκαν στην πόλη.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (diet, medicine) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 She's on antibiotics.
 Παίρνει αντιβίωση.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κάνει δίαιτα.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (to the detriment of)σε βάρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έναντι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 They have a three-mile lead on us.
 Έχουν προβάδισμα τριών μιλίων σε βάρος μας.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο προπορευόμενος δρομέας έχει προβάδισμα 200 μέτρων έναντι των αντιπάλων του.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (via the medium of)σε προθ
 They saw it on TV.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (about: a subject)σχετικά με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για προθ
 This presentation is on the French Revolution and changes in society thereafter.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." informal (taking: drugs) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Παίρνει ναρκωτικά.
on preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." informal (paid by)κερνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)δικό μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dinner's on me tonight! You paid last time we went out.
 Κερνάω εγώ το δείπνο σήμερα! Εσύ πλήρωσες την προηγούμενη φορά που βγήκαμε.
 Δικό μου το δείπνο σήμερα! Εσύ πλήρωσες την προηγούμενη φορά που βγήκαμε.
be on to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a promising idea)έχω βρει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι σε καλό δρόμο με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
act on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (respond)ενεργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)προβαίνω σε ενέργεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ως απάντηση σε κτ)ανταποκρίνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Olga acted on the email she received.
 Η Όλγκα ανταποκρίθηκε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε.
act on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (have effect)επιδρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The engraving was the result of the acid acting on the metal.
 Η χαρακιά δημιουργήθηκε από το οξύ που επιδρούσε στο μέταλλο.
add [sth] on vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (charge [sth] in addition)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is or modifies a noun
 Restaurants add sales tax onto the bill.
add on [sth],
add [sth] on
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(append [sth])επισυνάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before sending the email, Irene added on a document.
bail out on [sb],
UK: bale out on [sb]
vi phrasal + prep
informal, figurative (abandon: [sb])εγκαταλείπω, παρατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αφήνω κπ στα κρύα του λουτρού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 James bailed out on Chris and left him to do all the work on his own.
bang on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, informal (talk insistently about [sth])μιλώ ασταμάτητα, μιλώ ακατάπαυστα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  φλυαρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The lecturer kept banging on even though most of the students weren't listening.
 Ο καθηγητής μιλούσε ασταμάτητα, παρόλο που οι περισσότεροι φοιτητές δεν πρόσεχαν.
bang on about [sth] vi phrasal + prep UK, informal (talk insistently about [sth])μιλώ ασταμάτητα για κτ, μιλώ ακατάπαυστα για κτ ρ αμ + πρόθ
  φλυαρώ για κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δεν βάζω γλώσσα μέσα για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tanya is always banging on about how awful her boss is.
 Η Τάνια δεν βάζει ποτέ γλώσσα μέσα για το πόσο κακό είναι το αφεντικό της.
bargain on [sth],
bargain on doing [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
informal (expect)υπολογίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: κάτι καλό)ποντάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I hadn't bargained on retiring at 59, but here I am, retired!
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal (interrupt [sth])εισβάλλω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπουκάρω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 It was rude of you to barge in on their family reunion.
barge in on [sb] vi phrasal + prep informal (interrupt [sb](καθομιλουμένη, μεταφορικά)χώνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She barged in on me while I was getting dressed!
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal, figurative (conversation: interrupt) (καθομιλουμένη)πετάγομαι σε κτ, χώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What makes you think you can just barge in on someone else's conversation?
bash on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, UK (continue, persevere)συνεχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The mountaineers decided to bash on even though the weather was getting worse.
be on about [sth] vi phrasal + prep UK, slang (talk incessantly) (καθομιλουμένη)τσαμπουνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 What on earth are you on about?
 Τι στο καλό μου τσαμπουνάς;
bear down on [sth/sb] vi phrasal + prep (push, press on)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ασκώ πίεση σε κτ/κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bear down on the pen to make clear carbon copies.
bear down on [sb] vi phrasal + prep figurative (weigh heavily upon) (μεταφορικά)επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι μεγάλο βάρος για κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βαραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Emma felt the full weight of her financial worries bearing down on her.
bear down on [sb/sth] vi phrasal + prep UK (rush towards)πλησιάζω γρήγορα ρ μ + επίρ
  πλησιάζω με ταχύτητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The truck came bearing down on the brothers as they were crossing the street.
bear down on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (approach threateningly)πλησιάζω απειλητικά ρ αμ + επίρ
 The man was bearing down on Jim along the path.
bear on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] formal (be relevant)σχετίζομαι με, συνδέομαι με ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)αγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
beg off on [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (excuse yourself)αρνούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι που είχα κανονίσει)ακυρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bone up on [sth] vi phrasal + prep slang (revise knowledge of) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ξεσκονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξεσκονίζω τις γνώσεις μου σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you're going to be that picky, I'd better bone up on basic grammar.
 Αν είναι να είσαι τόσο σχολαστικός, καλύτερα να ξεσκονίσω τις γνώσεις μου στη βασική γραμματική!
bone up on [sth] vi phrasal + prep slang (learn about)μελετώ, διαβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κτ)μελετώ, διαβάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη: για κτ)στρώνομαι στο διάβασμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The students boned up on psychology terms before the exam.
book out,
book on out
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
slang (leave quickly)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
border on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be adjacent to)γειτνιάζω, συνορεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι δίπλα σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our house borders on conservation land that no one can build on.
border on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (be almost)λίγο απέχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είναι ένα βήμα από περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με γενική)αγγίζω το όριο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His bizarre behavior borders on the insane.
 Η περίεργη συμπεριφορά του λίγο απέχει από (or: είναι ένα βήμα από) την τρέλα.
bring [sth] on vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (prompt, cause)επιφέρω, προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His allergies brought on the asthma attack.
 Οι αλλεργίες του προκάλεσαν κρίση άσθματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a night out on the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evening at bar, party) (μεταφορικά)έξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νυχτερινή έξοδος επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Όταν πήρα την προαγωγή, βγήκαμε με τους φίλους μου να το γιορτάσουμε.»
 After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;
add [sth] onto [sth],
add on [sth] to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(charge in addition)συμπεριλαμβάνω κτ σε κτ άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (χρέωση)επιβαρύνω κτ με κτ άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This restaurant automatically adds a service charge onto the bill.
 Αυτό το εστιατόριο αυτομάτως συμπεριλαμβάνει χρέωση υπηρεσιών στον λογαριασμό.
add [sth] onto [sth],
add on [sth] to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(append)επισυνάπτω κτ σε κτ άλλο ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)προσαρτώ κτ σε κτ άλλο ρ μ + πρόθ
add-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (optional extra feature)πρόσθετο επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  add on ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The software has lots of add-ons.
add-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (additional charge)πρόσθετη χρέωση επίθ + ουσ θηλ
 The bill includes add-ons.
add-on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (feature: optional, extra)πρόσθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The program provides many add-on features.
advise [sb] on [sth] vtr + prep (counsel [sb] on [sth])συμβουλεύω κπ για κτ, συμβουλεύω κπ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was hired to advise the Queen on matters of state.
 Προσλήφθηκε για να συμβουλεύει τη βασίλισσα για θέματα του κράτους.
advise [sb] on [sth] vtr + prep (warn about or recommend)συμβουλεύω σχετικά με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δίνω συμβουλές σχετικά με, δίνω συμβουλές για περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Eddie advised us on the best restaurants to visit.
aggression on [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attack, infringement)επίθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This recent violence against a minority is an aggression on our society as a whole.
agree with [sb] about/on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have same opinion about)συμφωνώ με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν ακολουθεί αντωνυμία)συμφωνώ μαζί ... για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)είμαι της ίδιας άποψης με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We all agreed with Jack about the colour of the new chairs.
 Όλοι συμφωνήσαμε με τον Τζακ για το χρώμα που θα έχουν οι νέες καρέκλες.
agree on [sth] vi + prep (decide mutually)συμφωνώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συμφωνώ να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποφασίζω κτ από κοινού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Both sides agreed on a truce.
agree on terms v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (decide conditions)συμφωνώ με τους όρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two companies agreed on terms and the contract was signed.
all on interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (fox hunting)όλα τα κυνηγόσκυλα παρόντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
always on the move adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (never still)κινούμαι ασταμάτητα ρ αμ + επίρ
  συνεχώς εν κινήσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sheila is always on the move and never has the time to sit down for a chat.
always on the move adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (travelling a lot)ταξιδεύω συνέχεια ρ αμ + επίρ
  μονίμως καθ' οδόν, μονίμως στο δρόμο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Barry is always on move because he has to go on a lot of business trips.
and so on advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (et cetera)και τα λοιπά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Victims of the disaster urgently need drinking water, food, medical supplies, and so on.
 Τα θύματα της καταστροφής χρειάζονται επειγόντως πόσιμο νερό, τρόφιμα, ιατρικά εφόδια και τα λοιπά.
and so on and so forth advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (et cetera)και ούτω καθεξής φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 First we preheat the oven, and then we measure the ingredients; mix the eggs with the sugar, and so on and so forth.
applique [sth] on [sth],
applique [sth] to [sth],
appliqué [sth] on [sth],
appliqué [sth] to [sth]
vtr + prep
from French (decorative patch: sew on to [sth])απλικάρω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  ράβω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
as if on cue,
as though on cue
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(as though responding to a signal)σαν να ήμασταν συνεννοημένοι, λες και ήμασταν συνεννοημένοι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ούτε συνεννοημένοι να ήμασταν εκφρ
 Tom was thinking about his mother when, as if on cue, she knocked on his front door.
an assault on the senses nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overwhelming noise, color, smells)διαταράσσω τις αισθήσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά)βασανιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A walk through the market is an assault on the senses; there is so much noise and activity.
at the cutting edge of [sth],
on the cutting edge of [sth]
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (at the forefront of [sth](μεταφορικά)στην αιχμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρωτοπόρος σε κτ, ηγέτης σε κτ ουσ αρσ + πρόθ
 In 1440 Gutenberg's printing press was at the cutting edge of technology.
at the stroke of [sth],
on the stroke of [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(at exactly: a given hour)ακριβώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)νταν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The party ended at the stroke of midnight.
 Το πάρτι τελείωσε μεσάνυχτα νταν.
at work on [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (working on)δουλεύω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The show is a great success, and its writers are already at work on the second season.
 Η σειρά έγινε μεγάλη επιτυχία και οι σεναριογράφοι δουλεύουν ήδη τον δεύτερο κύκλο.
attend on [sb] vi + prep UK (serve)εξυπηρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιποιούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 There were several staff to attend on the guests.
authoritative on [sth],
authoritative about [sth]
adj + prep
(knowledgeable about) (όσον αφορά σε κάτι)αξιόπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (σε κάτι)αυθεντία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My history teacher is particularly authoritative on the Tudor period.
authority on [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authoritative publication) (πάνω σε κτ)έγκυρο σύγγραμμα επίθ + ουσ θηλ
  (μτφ: με γενική)βίβλος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The famous astronomer's book is considered to be the authority on black holes.
available on request adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (can be obtained by asking)διαθέσιμο κατόπιν αιτήματος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (εμπόριο)διαθέσιμο κατόπιν παραγγελίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Further information is available on request.
backtrack on [sth] vi + prep figurative (change your opinion about [sth](μτφ: σε/σχετικά με κτ)οπισθοχωρώ, υπαναχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When the investigation began, the politician quickly began to backtrack on his previous remarks.
balance [sth],
balance [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(place precariously) (κάτι, κάτι σε/πάνω σε κάτι)ισορροπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hiker balanced his water bottle on a rock.
 Ο πεζοπόρος ισορρόπησε το μπουκάλι με το νερό πάνω σε μια πέτρα.
bang on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, slang (on target, exact) (καθομιλουμένη)πέφτω διάνα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 It was a tricky question, but I thought his answer was bang on.
 Ήταν μια δύσκολη ερώτηση αλλά πιστεύω ότι έπεσε διάνα με την απάντησή του.
bank on [sth/sb] vi + prep figurative (rely, bet) (σε κάτι)υπολογίζω, βασίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ, μτφ: σε κάτι)ποντάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm banking on the stock market recovering; otherwise I won't have enough retirement funds.
base [sth] on [sth],
base [sth] upon [sth]
vtr + prep
often passive (use as evidence) (κάτι πάνω/σε κάτι άλλο)βασίζω, στηρίζω, θεμελιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: "Base on" is more common than "base upon." These expressions are often used in the passive voice--e.g., "My opinion is based on facts, not rumor."
 She based her conclusion on close examination of the evidence.
 Βάσισε το συμπέρασμά της στην προσεκτική εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων.
base [sth] on [sth],
base [sth] upon [sth]
vtr + prep
(adapt from) (κάτι σε κάτι άλλο)βασίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: "Base on" is more common than "base upon." These expressions are often used in the passive voice--e.g., "The movie is based on a true story."
 They will base the film on a short story written by Mark Twain.
 Η ταινία θα βασιστεί σε μια σύντομη ιστορία του Μαρκ Τουέιν.
be based on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be founded on [sth])στηριζόμενος, βασισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που στηρίζεται, που βασίζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θεμελιούμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 His political ideas are based on his conservative beliefs.Ideally, your decision should be based upon sound reasoning.
be based on [sth],
be based upon [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be adapted from [sth])βασισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που βασίζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Many movies are based on true stories. The play is based on the novel of the same name.
based on [sth],
based upon [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(founded on)που βασίζεται σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που στηρίζεται σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει κτ ως βάση του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Some countries have laws based upon state religions.
batten on [sth],
batten upon [sth]
vi + prep
rare (grow fat on)παχαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The sheep are battening well on the rich grass in the meadow.
batten on [sth],
batten upon [sth]
vi + prep
(feed greedily on) (μεταφορικά)πέφτω με τα μούτρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The revellers sat down at the table and battened upon the food.
 Οι γλεντζέδες κάθισαν στο τραπέζι και έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό.
be agreed on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be decided)έχω συμφωνηθεί ρ εκφρ
 It seems we are all agreed on the need for health care reform, but we differ totally on how to implement it.
be carried on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be continued or perpetuated)συνεχίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After all these years, the business is still being carried on by the founder's great-great-grandson.
be on a roll v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (experience a run of success)έχω πάρει φόρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (είμαι τυχερός)έχω ρέντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I think I'll strip the wallpaper from another wall before bedtime; I'm on a roll!
be on [sb]'s trail v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (follow [sb] or evidence of [sb])βρίσκομαι στα ίχνη κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
beat up on yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal (feel guilty or bad) (καθομιλουμένη)χτυπιέμαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αισθάνομαι άσχημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
on behalf of [sb/sth],
on [sb/sth]'s behalf,
also US: in behalf of [sb/sth],
in [sb/sth]'s behalf
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(in place of [sb](με γενική)εκ μέρους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)για λογαριασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αντικαθιστώ κάποιον)στη θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm phoning on behalf of my daughter, who has lost her voice. The millionaire sent somebody to bid on the painting on his behalf.
bent on [sth] adj + prep (be determined)είμαι αποφασισμένος να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The victim's father is bent on revenge.
bent on doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (be determined to do [sth])αποφασισμένος να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That cousin of yours is bent on doing as much damage as he can.
be bent on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be determined about [sth])είμαι αποφασισμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
beset on all sides exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (surrounded, under attack)περικυκλωμένος απ' όλες τις πλευρές φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  περικυκλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
bestow [sth] on [sb],
bestow [sth] upon [sb]
vtr + prep
formal (present, give [sb]: an award, gift) (κάτι σε κάποιον)απονέμω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The head of the Board of Education bestowed the Outstanding Teacher of the Year award on Mrs. Hall. The king bestowed knighthoods on his most loyal subjects.
 Ο επικεφαλής του Συμβουλίου Εκπαίδευσης απένειμε το βραβείο Καλύτερης Δασκάλας της Χρονιάς στην κα. Χωλ. Ο βασιλιάς απένειμε ιπποτικούς τίτλους στους πιο πιστούς υπηκόους του.
bet on [sth] vi + prep (place a wager on)στοιχηματίζω σε κτ ρ μ + πρόθ
 Rita bet on a horse at the race track.
 Η Ρίτα στοιχημάτισε σε ένα άλογο στον ιππόδρομο.
bet on [sth] vi + prep figurative (be totally confident of) (μεταφορικά: για κτ)στοιχηματίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (για κτ)πάω στοίχημα, βάζω στοίχημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bid on [sth] vi + prep (make an offer to buy [sth])υποβάλλω προσφορά για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sheila bid on a vase at an auction.
be big on [sth],
be big on doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be keen on, consider important)μου αρέσει πολύ κτ, κτ μου αρέσει πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρελαίνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό)γουστάρω πολύ κτ, γουστάρω τρελά κτ ρ μ + επίρ
binge on [sth] vi + prep (eat [sth] to excess) (ανεπίσημο)σαβουριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μτφ: σε κάτι)πλακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ, μτφ: σε κάτι)πέφτω με τα μούτρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When I'm feeling down, I binge on chocolate.
 Όταν έχω τις μαύρες μου, πλακώνομαι στη σοκολάτα.
binge on [sth] vi + prep (indulge in [sth] excessively)το παρακάνω με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 On weekends I like to curl up on the couch and binge on a box set.
wear a black hat,
put on a black hat
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US, informal, figurative (be the bad guy)είμαι ο κακός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
blame [sth] on [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attribute: [sth] bad) (κάτι σε κάποιον/κάτι)αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιον/κάτι για κάτι)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He blamed his lack of concentration on having slept badly that night.
 Απέδωσε την έλλειψη συγκέντρωσής του στο γεγονός ότι είχε κοιμηθεί άσχημα εκείνη τη νύχτα.
blazon [sth] (on [sth]) vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (display proudly or defiantly)επιδεικνύω, προβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μοστράρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
blazon [sth] on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (display proudly or defiantly)επιδεικνύω, προβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διαφημίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)μοστράρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο: τοποθετώ)κοτσάρω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
blow [sth] on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (squander money) (μτφ, καθομ: σε κάτι)τρώω, πετάω, χαλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)σπαταλάω, χαραμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sophie blew all her wages on a new dress.
blow on [sth] vi + prep (direct breath onto [sth])φυσάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φυσάω πάνω σε κτ ρ αμ + προθ
 Janine blew on her fingernails to dry her nail varnish.
blow the whistle on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (inform on [sb](μεταφορικά)το σφυρίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The employee decided to blow the whistle on his employer for the illegal transactions.
blow the whistle on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (report [sth](μεταφορικά)το σφυρίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bludge on [sb] vi + prep informal, AU (live at [sb] else's expense)ζω σε βάρος κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)με ταΐζει κάποιος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φορτώνομαι σε κπ, γίνομαι φόρτωμα σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When are you going to get a job and stop bludging on your parents?
bolt-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (optional extra) (που προσαρτάται με μπουλόνι)εξάρτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (υπηρεσία, λειτουργί)πρόσθετο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
bolt-on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (optional, extra)πρόσθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επιπλέον επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (καθομιλουμένη)έξτρα, εξτρά επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
bolt-on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fastens with bolt) (σύνδεση με μπουλόνι)πρόσθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (έμφαση στη σύνδεση)βιδωτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
boomerang on [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, figurative (backfire on) (μεταφορικά)γυρνάω μπούμερανγκ σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jessica made one silly mistake and her plan boomeranged on her.
boots on the ground nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (soldiers deployed)ενεργά στρατεύματα στο πεδίο της μάχης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
bounce [sb] on your knee v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (baby, child: dandle) (μωρό ή παιδί)χορεύω στα γόνατα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: μωρό)νταχτιρντίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
a brake on [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] that slows progress) (σε κτ)εμπόδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά: σε κτ)φρένο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Opposition to the minister's bill from his own party was a brake on his plans.
 Η αντίθεση στο νομοσχέδιο του υπουργού από το ίδιο του το κόμμα έβαλε φρένο στα σχέδιά του.
break the seal on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (open: document, package) (κάτι σφραγισμένο)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (όταν υπάρχει: σε/από κτ)σπάω τη σφραγίδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I warned him not to break the seal on the envelope before he gave it to the official.
brief [sb] on [sth],
brief [sb] about [sth]
vtr + prep
(apprise of) (κπ για κτ)ενημερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The chief briefed his agents on the recent developments of the case.
 Ο αρχηγός ενημέρωσε τους πράκτορές του για τις πρόσφατες εξελίξεις της υπόθεσης.
Bring it on! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (eagerness)άντε ντε! επίφ
 My holiday starts tomorrow; bring it on!
Bring it on! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (challenge)έλα να δούμε! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για έλα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you think you can do better, bring it on!
 Αν νομίζεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα, έλα να δούμε!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'on' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [deal, match, fight] is on (again), the [lights, power] came back on, the [lights] are on, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης