officiate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfɪʃieɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfɪʃiˌeɪt/ ,USA pronunciation: respelling(ə fishē āt′)

Inflections of 'officiate' (v): (⇒ conjugate)
officiates
v 3rd person singular
officiating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
officiated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
officiated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
officiate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (preside) (εκκλ)ιερουργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προεδρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκτελώ χρέη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'officiate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
wed

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση officiate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'officiate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης