occult

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒkʌlt/, /ɒˈkʌlt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/əˈkʌlt, ˈɑkʌlt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə kult, okult)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
occult adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mystical, of black magic)αποκρυφιστικός, μυστικιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The psychic had always been drawn to occult arts.
occult nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (black magic, mysticism)αποκρυφισμός, μυστικισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The historian traveled to South America to study ancient practices of black magic and the occult.
occult adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hidden, obscured)μυστηριώδης, σκοτεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'occult' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση occult στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'occult'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης