obscure

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əbˈskjʊər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əbˈskjʊr/ ,USA pronunciation: respelling(əb skyŏŏr)

Inflections of 'obscure' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."): adj superlative: obscurest
Inflections of 'obscure' (v): (⇒ conjugate)
obscurer
v 3rd person singular
obscures
v 3rd person singular
obscuring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
obscured
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
obscured
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obscure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (indistinct: to the eye)δυσδιάκριτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αδιόρατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 What's that obscure shape next to that tree?
 Τι είναι εκείνο το δυσδιάκριτο πράγμα δίπλα στο δέντρο;
obscure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (unclear: in meaning) (νόημα)ασαφής, αόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The poem was so obscure I couldn't make any sense of it.
 Αυτό το ποίημα ήταν τόσο ασαφές που δε μπορούσα να βγάλω νόημα.
obscure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not known)άγνωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The origins of this tradition are obscure.
obscure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not famous)άγνωστος, άσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We listened to the album of an obscure singer from the 1960s.
 Ακούσαμε τον δίσκο ενός άγνωστου τραγουδιστή από της δεκαετία του '60.
obscure [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conceal) (να μην φαίνεται)κρύβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (να μην μαθευτεί)κρύβω, αποκρύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They used curtains to obscure holes in the walls.
 Χρησιμοποίησαν κουρτίνες για να κρύψουν τις τρύπες στους τοίχους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
obscure writing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (text which is hard to decipher)δυσανάγνωστο κείμενο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Doctors always have obscure writing.
obscure writing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (writing whose meaning is hard to discover)δυσνόητο/ασαφές κείμενο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Though the philosopher was at times accused of obscure writing, his ideas still transformed his field.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'obscure' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an obscure [word, phrase, verb, dialect], obscured my [vision, sight, judgment], has an obscure meaning, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση obscure στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'obscure'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης