nudism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnjuːdɪzəm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈnudɪzəm, ˈnju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(no̅o̅diz əm, nyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nudism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (naturism: naked lifestyle)γυμνισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Tiffany didn't like wearing clothes, so she became interested in nudism.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nudism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nudism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nudism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης