notary

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnəʊtəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈnoʊtəri/ ,USA pronunciation: respelling(nōtə rē)


Inflections of 'notary' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": notaries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
notary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (solicitor's clerk)συμβολαιογράφος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
notary public nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (official who witnesses signatures, etc.)συμβολαιογράφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Countries with a legal system based on Napoleonic law utilise notaries public to perform certain functions that solicitors carry out in English law.
sworn notary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clerk for a court of law)ορκωτός συμβολαιογράφος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'notary' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση notary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'notary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης