Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

not dry behind the ears


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο not παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: dry | behind | the | ears

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (negation)δεν, δε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  μην, μη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  όχι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: Το αν θα υπάρχει το τελικό ν στις λέξεις δεν και μην (δε,μη) εξαρτάται από το γράμμα από το οποίο ξεκινά η επόμενη λέξη.
 This apple is not green; it's red. "Has the boss arrived?" "Not yet."
 Αυτό το μήλο δεν είναι πράσινο· είναι κόκκινο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Της είπα να μην το κάνει, αλλά δε με άκουσε.
 «Έχει έρθει το αφεντικό;» «Όχι, ακόμα.»
not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (denial)δεν, δε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I am not guilty.
 Δεν είμαι ένοχος.
not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (refusal)δεν, δε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I do not want any sugar, thank you.
 Δεν θέλω ζάχαρη, ευχαριστώ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (ironic denial) (καθομιλουμένη, ειρωνικό)πώς το θες; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  νομίζεις! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μόνο που δεν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κούνια που σε κούναγε! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Yeah, she's so smart. NOT.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ναι, θα σου γράψει οπωσδήποτε! Πώς το θες;
 Ναι, είναι πολύ έξυπνη, μόνο που δεν είναι.
 Ναι, είναι πολύ έξυπνη. Κούνια που σε κούναγε!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
not abide [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not tolerate)δεν ανέχομαι, δεν υπομένω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο: κάτι)δεν είναι ανεκτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't abide his smoking in the house. "I won't abide insolence or bad behaviour," said the schoolteacher.
 Δεν μπορώ να ανεχτώ (or: υπομείνω) το ότι καπνίζει μέσα στο σπίτι. «Δεν θα ανεχτώ (or: υπομείνω) την αυθάδεια ή την κακή συμπεριφορά», είπε η δασκάλα.
 "Η αυθάδεια ή η κακή συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή", είπε η δασκάλα.
absolutely not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not in any way, not at all)με τίποτα εκφρ
  (αργκό)με την καμία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I will absolutely not have anything to do with him.
 Εγώ δεν θα έχω σχέσεις μαζί του με τίποτα.
absolutely not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (not under any circumstances)αποκλείεται, με τίποτα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)με την καμία εκφρ
 You're not going to the party. Absolutely not!
 Δεν θα πας στο πάρτι. Αποκλείεται!
All that glitters is not gold,
All that glistens is not gold
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative (appearances can be deceptive)Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
and what not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (and similar)και όλα τα σχετικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
as often as not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in about half of all instances)τις πιο πολλές φορές επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 I don't know if he will be here today. He shows up as often as not.
believe it or not exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (though it may seem incredible)είτε το πιστεύεις είτε όχι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, όσο απίστευτο και αν ακούγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αν θέλεις το πιστεύεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιούνται και στον πληθυντικό.
 Believe it or not, I just won the jackpot in the state lottery!
had better not exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (ought not to)καλύτερα να μην περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You better not be planning a party while your mother and I are gone this weekend.
 Καλύτερα να μην σχεδιάζεις να κάνεις πάρτι ενώ η μητέρα σου κι εγώ θα λείπουμε το Σαββατοκύριακο.
not blink at [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (not react to)δεν έχω την παραμικρή αντίδραση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν αντιδρώ σε κτ περιφρ
not blink,
not blink an eye
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not be shocked or disapprove) (από κάτι)δεν εκπλήσσομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο έντονο)δεν ταράζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν ενοχλούμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν πτοούμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
not be called for v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be inappropriate)δεν είναι πρέπων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Your comment about your neighbor's wife was not called for.
not care v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be unconcerned)δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρει, δε με αφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, άκομψο)σκασίλα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 So, what if you're upset? I don't care.
 Ε λοιπόν, τι κι αν είσαι αναστατωμένος; Δε με νοιάζει (or: Σκασίλα μου).
certainly not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing refusal)σίγουρα όχι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  αποκλείεται ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σε καμία περίπτωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "Could I borrow your car?" "Certainly not!"
certainly not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing denial)σίγουρα όχι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  αποκλείεται ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σε καμία περίπτωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "Did you drink the bottle of beer I left in the fridge?" "Certainly not!"
contract not to compete nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: anti-competition agreement)σύμβαση περί µη ανταγωνισµού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
contract not to compete v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law: prohibit rivalry)υπογράφω σύμβαση περί µη ανταγωνισµού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
couldn't care less about [sth],
could not care less about [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (feel completely apathetic towards) (καθομιλουμένη)δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω μία, δεν δίνω φράγκο, δεν δίνω πεντάρα τσακιστή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)σκασίλα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I couldn't care less about the tabloid headlines.
 Δεν δίνω δεκάρα τι λένε οι παλιοφυλλάδες!
 Σκασίλα μου για όσα λένε οι παλιοφυλλάδες!
dare not,
dare not do [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(lack courage of nerve to do [sth])δεν τολμώ να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She dared not ask for a raise for fear she would be yelled at by her boss.
Do not bend v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (on envelope)Mην λυγίζετε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I wrote 'Do Not Bend' on the envelope that contained photographs.
do not disturb v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." written (do not interrupt)μην ενοχλείτε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
do-not-disturb adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sign, notice: not to enter room)«μην ενοχλείτε» έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 James put a do-not-disturb sign on his hotel door so that he could take a nap.
find [sb] guilty/not guilty vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reach verdict on) (ετυμηγορία)κρίνω ένοχο/αθώο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βρίσκω ένοχο/αθώο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jury found the defendant guilty on all charges.
 Οι ένορκοι έκριναν τον κατηγορούμενο ένοχο για όλες τις κατηγορίες.
forget-me-not nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant with small blue flowers) (φυτό)μη με λησμόνει, μη-με-λησμόνει φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος
not give a darn v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal, euphemism (not care) (καθομιλουμένη)δε δίνω δεκάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δε με νοιάζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Most commonly used in the negative and in questions
 Frankly, I don't give a darn about politics.
 Ειλικρινά δε δίνω δεκάρα για την πολιτική.
not give a fig v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (not care, be unconcerned) (μεταφορικά, καθομ: για κάτι)δεν δίνω μία, δεν μου καίγεται καρφάκι, δεν δίνω δεκάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, υβριστικό: για κάτι)χέστηκα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
not give a f*** v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, offensive, slang (not care) (αργκό)δίνω δεκάρα, δίνω μία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  νοιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με νοιάζει ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I don't give a f*** what you think.
 Δε με νοιάζει τι σκέφτεσαι.
not give a s*** v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, slang (not care) (μεταφορικά)δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω δεκάρα τσακιστή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν μου καίγεται καρφί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (παλαιό)δεν δίνω διάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Most commonly used in the negative and in questions.
 Sally said she doesn't give a s*** what her unfaithful ex-husband does with his time.
not have a leg to stand on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have no support for a claim, etc.)δεν έχω αποδείξεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν μπορώ να τεκμηριώσω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have the heart v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be brave or callous enough)έχω το κουράγιο, έχω το θάρρος εκφρ
  (καθομιλουμένη)έχω τα κότσια εκφρ
Σχόλιο: Usually used in negative sentences, and where there is doubt.
 Steve wants me to tell Julie that he's leaving her, but I'm not sure I have the heart.
have the heart to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be brave or callous enough to do)έχω το θάρρος να κάνω κτ, έχω το κουράγιο να κάνω κτ εκφρ
  (καθομιλουμένη)έχω τα κότσια να κάνω κτ εκφρ
Σχόλιο: Usually used in negative sentences, and where there is doubt.
 I don't have the heart to tell the children that their hamster died.
have-not nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (poor person)φτωχός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  άπορος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
I do not know exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (declaration of ignorance)δεν ξέρω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δε γνωρίζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)δεν έχω υπόψη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There is no point asking me; I do not know. I do not know the answer to that complicated math problem!
if not conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (if this is not the case)αν όχι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Let's see if Pete is free this evening. If not, we can always go without him.
 Για να δούμε αν ο Πητ είναι ελεύθερος σήμερα το απόγευμα. Αν όχι, μπορούμε να πάμε και χωρίς αυτόν.
it does not matter,
it doesn't matter
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(it is unimportant or irrelevant)δεν έχει σημασία, δεν πειράζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It doesn't matter what you say; I'm still going to do what I want.
 Δεν έχει σημασία τι λες. Θα κάνω αυτό που θέλω.
it matters not poetic (it does not matter)δεν έχει σημασία, δεν πειράζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can come with me or stay here - it matters not.
it's not easy informal (it's difficult) (καθομιλουμένη)δεν είναι εύκολο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's not easy to find a partner in this day and age.
know no better,
not know any better
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be uninformed or uneducated)δεν ξέρω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)δεν μου κόβει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
know not v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." literary (do not know)δεν ξέρω, δεν γνωρίζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Whether what you are doing is a good thing I know not.
last but not least advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (lastly)τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τελευταίος αλλά όχι λιγότερο σημαντικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τελευταίος αλλά όχι καταϊδρωμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Last but not least, don't forget to ring me when you get there.
 Και μια τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική λεπτομέρεια. Μην ξεχάσεις να με πάρεις τηλέφωνο, όταν φτάσεις εκεί.
make love not war interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (pacifist slogan of the 1960s)κάντε έρωτα, όχι πόλεμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 'Make love not war' was the best-known slogan of the hippy movement.
more often than not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (usually)συνήθως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Our children's clothes are, more often than not, made in China.
no laughing matter,
not a laughing matter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] serious)δεν είναι να το παίρνεις αψήφιστα, δεν είναι μικρό πράγμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν είναι αστεία υπόθεση, δεν είναι αστείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Slipping on the ice is no laughing matter; you could break your neck.
not a big deal,
no big deal
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (a matter of little importance) (μεταφορικά)που δεν είναι μεγάλο πράγμα, που δεν είναι τίποτα σπουδαίο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έγινε και τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σιγά το πράγμα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 It is not a big deal that your brother likes to drink a beer now and then. Knitting a sweater is not a big deal for Jane; she has been knitting since she was eight years old.
 Δεν έγινε και τίποτα που στον αδερφό σου αρέσει να πίνει καμιά μπίρα πού και πού. Το να πλέξει ένα πουλόβερ δεν είναι τίποτα σπουδαίο για τη Τζέιν· πλέκει από τα οχτώ της.
 Στον αδερφό σου αρέσει να πίνει καμιά μπίρα πού και πού. Σιγά το πράγμα!
not a bit,
not one bit
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal (not at all)καθόλου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ούτε τόσο δα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Am I bothered about missing the show? Not a bit. I'm not a bit worried about this exam because I've revised really hard for it.
not a bit adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (not at all)καθόλου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ούτε λίγο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I'm not a bit worried about this exam because I've revised really hard for it.
not a chance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no possibility) (με άρνηση)καμία πιθανότητα επίθ + ουσ θηλ
  ούτε μία πιθανότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: μπαρ: ξενικό, άκλιτο
 There is not a chance he would ever win a foot race.
not a chance,
no chance
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(impossible)αποκλείεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
  με τίποτα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (αργκό)με την καμία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 "Do you think Phil will lend us the money?" "Not a chance!"
not a few adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quite a lot)όχι και λίγοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There were not a few vegetarians among us.
 Δεν ήταν και λίγοι οι χορτοφάγοι ανάμεσά μας.
not a happy bunny adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, informal (displeased, annoyed)που ενοχλήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δυσαρεστήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν χάρηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tim wasn't a happy bunny when he found out Michelle had broken his laptop.
not a hint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no sign, no indication)ούτε ίχνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There was not a hint of any sugar in that sour pie.
not a little advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a lot, a great deal)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I was not a little upset by his remarks.
not a single one exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (not one from a group)κανείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Jackie tried on several dresses, but not a single one was the right size.
not a single person pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (nobody, not anyone)ούτε ψυχή, κανείς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Not a single person was in favour of the price increases.
not a soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nobody) (με άρνηση)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ούτε ψυχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιος)ούτε ψυχή ζώσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was two o'clock in the morning and not a soul was on the streets. They got married and not a soul knew until a year later.
not a trace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no sign) (με άρνηση)ούτε ίχνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Come April, there is not a trace left of the snow. There is not a trace of any sugar in this tea.
not affordable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (too expensive)πολύ ακριβός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We would love to buy that house but it's just not affordable.
not again interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing exasperation)όχι πάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Not again! I told you tomato sauce is hard to remove from white shirts!
not agree with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (object to, not share)διαφωνώ με ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I do not agree with your answer.
 Διαφωνώ με την απάντησή σου.
not agree with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disagree)διαφωνώ με κπ ρ αμ + προθ
  δεν συμφωνώ με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My dad and I really don't agree on immigration.
not agree with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (food: affect digestion) (καθομιλουμένη, για φαγητά)πειράζω, φέρνω δυσπεψία/ανακατωσούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dairy products don't agree with me.
 Τα γαλακτοκομικά προϊόντα με πειράζουν.
not allowed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (forbidden, not permitted)απαγορευμένος, που δεν επιτρέπεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dogs are not allowed in the park.
not always advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not on every occasion)όχι πάντα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The bus is not always on time.
not amount to anything v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be a failure)δεν πετυχαίνω τίποτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω επιτυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, καθομ: άτομο)είμαι νούλα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
not amount to anything v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (action: be ineffective)δεν έχω επιτυχία, δεν έχω αποτέλεσμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)είμαι μια τρύπα στο νερό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
not amused adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." euphemism (annoyed, angry)που δεν είναι ευχαριστημένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ενοχλημένος, δυσαρεστημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
not anticipated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unexpected, unforeseen)απρόβλεπτος, αναπάντεχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The sudden fall in house prices was not anticipated, and many people lost money.
not any more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (no longer, not any longer)όχι πια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I used to travel a lot, but not any more.
 Συνήθιζα να ταξιδεύω πολύ αλλά όχι πια.
not applicable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (irrelevant, not the case)δεν ισχύει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν εφαρμόζεται, μη εφαρμόσιμο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχει εφαρμογή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άνευ αντικειμένου φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
not as it seems adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (deceptive)απατηλός, παραπλανητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The situation is not as it seems.
not at all advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in no way, to no extent)καθόλου, επ'ουδενί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My boss was not at all pleased with my work, so he fired me.
 Το αφεντικό μου δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένο από τη δουλειά μου κι έτσι με απέλυσε.
not available,
unavailable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(that is not ready or accessible)μη διαθέσιμος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν διατίθεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
not bad,
not half bad
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(reasonably good)όχι άσχημος, όχι κακός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That sauce isn't very good, but it's not bad, either.
 Αυτή η σάλτσα δεν είναι πολύ καλή, αλλά δεν είναι και κακή.
not bat an eyelash (US),
not bat an eyelid (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be impassive, not react)δεν έχω την παραμικρή αντίδραση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The defendant didn't bat an eyelid when the prosecutor suggested she had intended to commit murder.
not be able viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be unable, be incapable)δεν μπορώ, είμαι ανίκανος/ανήμπορος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you have another beer you will not be able to drive home.
not be affected by vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be indifferent to)δεν με αφορά, δεν επηρεάζομαι από έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 No human being can witness suffering on this scale and not be affected by it.
not be affected by vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not feel consequences of)δεν επηρεάζομαι από έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Residents of mountain communities will not be affected by tsunamis.
not be good for [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (harm the health of)δεν κάνω καλό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κακό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βλάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Saturated fat is not good for your heart.
 Τα κεκορεσμένα λίπη δεν κάνουν καλό στην καρδιά.
not be good for v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (adversely affect)βλάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επηρεάζω αρνητικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κάνω ζημιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Closing the restaurant at 9pm would not be good for business.
not be good for doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not be useful in)δεν κάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A bicycle pump is not good for inflating a car tire.
 Η τρόμπα του ποδηλάτου δεν κάνει για να φουσκώσεις τα λάστιχα του αυτοκινήτου.
not be likely v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be improbable)δεν είμαι πιθανός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
not be moved v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (not change opinion)δεν αλλάζω γνώμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε ιδέα, άποψη)αμετακίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Anne is completely against the idea, and will not be moved from her position.
not be ready v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be unprepared)είμαι απροετοίμαστος, δεν είμαι έτοιμος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My boyfriend should be going out at 7, but he always takes a long time to get dressed and will not be ready.
not be worth the effort v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be a waste of time)δεν αξίζει τον κόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
not by any means advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in no way, by no method)με κανέναν τρόπο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  με τίποτα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I will not by any means allow you to borrow my car.
not care for [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (dislike)δε μου αρέσει, στερούμαι ενδιαφέροντος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Generally, I don't care for white wines - I much prefer reds.
 Γενικά δε μου αρέσουν τα λευκά κρασιά - προτιμώ περισσότερο τα κόκκινα.
not comparable to [sth],
not comparable with [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(totally different)που δεν συγκρίνεται με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Art is not comparable to Literature.
 Η τέχνη δε συγκρίνεται με τη λογοτεχνία.
not comparable to [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (superior)που δεν συγκρίνεται με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν έχει καμία σχέση με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His talent is not comparable to anyone else's.
not connect with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not be understood)δεν επικοινωνώ, δε συνεννοούμαι με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The film failed to connect with audiences in some countries.
not considered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not taken into account)που δεν έχει ληφθεί υπόψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Alternatives to invasion were not considered by the politicians.
not considered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not widely thought to be)που δεν θεωρείται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Torture is not considered acceptable.
not cricket adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, figurative, slang (unfair, not sporting)άδικος, αντιαθλητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  όχι δίκαιος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Well, I say! That simply isn't cricket!
not do justice to [sth/sb],
not do [sth/sb] justice
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not show well) (κάποιον/κάτι)αδικώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική)δεν είμαι αντάξιος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάποιο χαρακτηριστικό)δεν προβάλλω, δεν αντιπροσωπεύω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That photograph does not do justice to her beauty.
not done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (improper, inappropriate)ανάρμοστος, ακατάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Blowing your nose at the dining table is simply not done in polite company.
not easy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (difficult)δύσκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It is not easy to raise a child these days.
not enough adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (insufficient, too few or little)ανεπαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The doctors tried everything they knew, but it was not enough to save him.
Not even! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (no!)ούτε καν επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
not exactly exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (almost correct)όχι ακριβώς φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
not exactly exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (not at all)όχι και πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
not far adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fairly close)σχετικά κοντινός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The cinema is not far; it's just two blocks from here.
not far from [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (fairly close to)σχετικά κοντινός σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The park is not far from here, carry on down this street then turn left.
 Το πάρκο είναι σχετικά κοντά, συνέχισε ευθεία και έπειτα στρίψε αριστερά.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση not dry behind the ears στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'not dry behind the ears'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης