nostril

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnɒstrəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈnɑstrəl/ ,USA pronunciation: respelling(nostrəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nostril nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breathing hole in the nose)ρουθούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When I am congested, it's hard to breathe out of both nostrils.
 Όταν είμαι μπουκωμένος, δυσκολεύομαι να εκπνεύσω και από τα δυο ρουθούνια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nostril' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [flared, blocked] nostril, my [right, left] nostril, [rubbed, scratched, thumbed, plugged] his nostril, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nostril στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nostril'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης