nominee

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌnɒmɪˈniː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌnɑməˈni/ ,USA pronunciation: respelling(nom′ə nē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nominee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] on shortlist for prize)υποψήφιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  προτεινόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 In 2011, there were five nominees for the prize in literature.
nominee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political candidate)υποψήφιος κόμματος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The democratic nominee was expected to win the election.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nominee στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nominee'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης