nominative

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnɒmənətɪv/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈnɑmənətɪv, ˈnɑmnə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(nomə nə tiv, nomnə- or, for 2, 3, nomə nā′tiv)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nominative adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (grammar: case) (πτώση)ονομαστική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Language learners often confuse nominative and accusative pronouns.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nominative nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: subject)ονοματικό μέρος, ονοματικό σύνολο επίθ + ουσ ουδ
 Can you find the nominative in this sentence?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nominative' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nominative στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nominative'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης