noisy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnɔɪzi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈnɔɪzi/ ,USA pronunciation: respelling(noizē)


Inflections of 'noisy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
noisier
adj comparative
noisiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
noisy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loud: place)θορυβώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει φασαρία, που έχει θόρυβο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)φασαριόζικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mike didn't like going to the city because it was always so noisy.
 Του Μάικ δεν του άρεσε να πηγαίνει στην πόλη επειδή είχε πάντα πολύ φασαρία.
noisy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loud: animal, person)που κάνει φασαρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θορυβώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)φασαριόζικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (άτομο)φωνακλάς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Kate was happy when school started because it meant the noisy children were gone for a while.
 Η Κέιτ ήταν χαρούμενη όταν άρχισαν τα σχολεία επειδή αυτό σήμαινε ότι τα φασαριόζικα παιδιά θα έλειπαν για λίγο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'noisy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: noisy [kids, children, students], a noisy [crowd, audience, stadium, house, class], [live, work] in a noisy [area, neighborhood], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση noisy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'noisy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης