Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

nodding acquaintance


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο nodding παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: acquaintance
Σε αυτή τη σελίδα: nodding, nod

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nodding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (head motion)που κουνιέται πάνω κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που κάνει νεύμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που γνέφει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sam watched the nodding head of the donkey as it moved forward.
nodding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (swaying)ταλαντευόμενος, λικνιζόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  που ταλαντεύεται, που λικνίζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The wind passed over the nodding flowers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (head motion)νεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)γνέψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Tom greeted the audience with a nod.
 Ο Τομ χαιρέτησε το κοινό με ένα νεύμα.
nod viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (head gesture: yes)γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γνέφω καταφατικά ρ αμ + επίρ
  κουνάω καταφατικά το κεφάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kyle nodded in agreement.
 Ο Κάιλ έγνεψε καταφατικά.
nod viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (head gesture: hello)γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Sarah nodded in greeting to her friend.
 Η Σάρα έγνεψε στην φίλη της για να τη χαιρετήσει.
a nod to [sb/sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (allusion) (κάνω: σε κπ/κτ)αναφορά, μνεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was definitely a nod to Ray Charles in the musician's melody.
 Υπήρχε σίγουρα μια αναφορά στον Ρέι Τσαρλς στη μελωδία του μουσικού.
nod,
nod to [sb]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(acknowledgement) (δίνω: σε κπ)εύσημα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The actor's nod to his director, as he accepted the award, was an expression of his gratitude.
 Τα εύσημα του ηθοποιού στον σκηνοθέτη του ενώ λάμβανε το βραβείο ήταν μια έκφραση της ευγνωμοσύνης του.
nod [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (head: move up and down)γνέφω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (το κεφάλι)κουνάω καταφατικά, κουνώ καταφατικά ρ μ + επίρ
 He nodded his head in affirmation.
 Έγνεψε με το κεφάλι του ως επιβεβαίωση.
 Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nod viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (point in a direction) (προς κτ, δείχνοντας κτ)γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω νόημα με το κεφάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When Erin asked where to go the guard nodded at the elevator.
nod viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sway)ταλαντεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The trees nodded in the wind.
nod viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become sleepy) (μτφ, ανεπ: από τη νύστα)κουτουλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νυστάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The students started nodding during the long lecture.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nodding acquaintance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nodding acquaintance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης