nobility

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/nəʊˈbɪlɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/noʊˈbɪlɪti/ ,USA pronunciation: respelling(nō bili tē)

Inflections of 'nobility' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": nobilities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aristocracy)αριστοκρατία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They can trace their family back to 17th century nobility.
 Μπορούν να βρουν τα ίχνη της οικογένειάς τους μέχρι την αριστοκρατία του 17ου αιώνα.
nobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (noble birth, rank)αριστοκρατία, αριστοκρατική καταγωγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Nobility was once a guarantee of wealth and security.
 Η αριστοκρατική καταγωγή κάποτε ήταν εγγύηση πλούτου και ασφάλειας.
nobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grandeur)ευγένεια, αριστοκρατικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nobility' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nobility στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nobility'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης