WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
no man's land nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (war: unoccupied area)ουδέτερη ζώνη επίθ + ουσ θηλ
 During the war, he wandered into no man's land and was very nearly shot by his own troops.
no man's land nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wasteland)ερημιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ερημότοπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The Sahara Desert is mostly a no man's land.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση no-man's land στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'no-man's land'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης