nip

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnɪp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/nɪp/ ,USA pronunciation: respelling(nip)

Inflections of 'nip' (v): (⇒ conjugate)
nips
v 3rd person singular
nipping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
nipped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
nipped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nip [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bite)δαγκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μικρότερο κομμάτι)τσιμπάω, τσιμπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The little dog nipped my finger when I tried to stroke it.
 Το σκυλάκι μου δάγκωσε το δάκτυλο όταν πήγα να το χαϊδέψω.
nip at [sb] vi + prep (snap, try to bite)δαγκώνω στον αέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The sheepdog nipped at the flock's heels.
 Το τσοπανόσκυλο δάγκωσε στον αέρα τα πόδια του κοπαδιού.
nip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (cold, frost: affect) (μεταφορικά: λόγω παγετού)καίω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The frost nipped the flowers.
 Ο παγετός έκαψε τα λουλούδια.
nip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cold: cause pain)πονάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κτ να πονά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πληγιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The cold air nipped the women's faces.
nip [sth] off [sth] vtr + prep (pick)κόβω κτ από κτ, μαζεύω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (επιλεκτικά)ξεδιαλέγω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Kate nipped a few young fruits off the peach tree so the others would grow bigger.
 Η Κέιτ έκοψε μερικά άγουρα φρούτα από τη ροδακινιά ώστε τα υπόλοιπα να μεγαλώσουν περισσότερο.
nip [sth] off,
nip off [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(remove) (κτ, κτ από κτ)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The gardener nipped off the dead flower heads.
 Ο κηπουρός έκοψε τα ξερά λουλούδια.
nip off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, UK (go quickly) (καθομιλουμένη, μτφ)πετάγομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Andy will be back in a moment; he's nipped off to make a quick phone call.
 Ο Άντυ θα επιστρέψει σε ένα λεπτό. Πετάχτηκε να κάνει ένα γρήγορο τηλεφώνημα.
nip viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal, UK (go quickly) (καθομιλουμένη, μτφ)πετάγομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We've run out of milk; I'll just nip and get us some more.
 Δεν έχουμε γάλα. Θα πεταχτώ να μας φέρω λίγο.
nip to [sth] vi + prep informal, UK (go somewhere quickly) (καθομιλουμένη, μτφ)πετάγομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Can you nip to the shops and pick up a newspaper?
 Μπορείς να πεταχτείς στα μαγαζιά να πάρεις μια εφημερίδα;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small drink)ποτηράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  δόση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μερικές γουλιές, μερικές σταγόνες επίθ + ουσ θηλ πλ
 You need a nip of brandy to warm you up.
nip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small bite) (μικρή ή ελαφριά)δαγκωματιά, δαγκωνιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The dog's nip was painful.
nip at [sth] vi + prep (sip)σιγοπίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πίνω αργά αργά ρ μ + επίρ
 Nate slowly nipped at his drink.
nip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pinch, catch)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Kyle nipped a fly out of the air because it was annoying him.
nip [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (defeat narrowly)νικώ στο τσακ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  νικώ παρατρίχα ρ μ + επίρ
 We nipped the other team to win the cup.
nip [sth] from [sb/sth] vtr + prep US (steal)σουφρώνω κτ από κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cat nip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herb: stimulant to cats)νεπέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γλήχωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)νεπέτα η γατόφιλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (λόγιος, επίσημο)γλήχωμα το γαλεόφιλον φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 My cat loves to roll in fresh catnip.
nip and tuck adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (race: very close or inconclusive)με μικρή διαφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αμφίρροπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That race was so nip and tuck that I had no idea who would win until the very end.
a nip in the air nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (weather: slight chill)ψύχρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ψυχρούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Better put your overcoat on - there's a nip in the air tonight.
nip [sth] in the bud v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (stop developing further) (μεταφορικά)κόβω κτ από τη ρίζα του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Her son took up smoking, but she nipped that in the bud by making him smoke an entire pack.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: get a nip and a tuck, the [dog, kitten] gave my [finger, ankle] a nip, the [dog] gave me a nip, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nip στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nip'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης