newlywed

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnjuːlɪˌwɛd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈnuliˌwɛd, ˈnju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(no̅o̅lē wed′, nyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
newlywed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person just married)νιόπαντρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The newlywed proudly showed his coworkers pictures of his new wife.
newlywed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (just married)νιόπαντρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The newlywed couple celebrated their marriage with a bottle of champagne.
newlyweds nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (just-married couple)νεόνυμφοι επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 The newlyweds honeymooned in Tahiti.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'newlywed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση newlywed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'newlywed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης