newly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnjuːli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈnuli, ˈnju-/ ,USA pronunciation: respelling(no̅o̅lē, nyo̅o̅-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
newly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (recently, freshly)πρόσφατα, προσφάτως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  μόλις επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  νεο- πρόθημα
  φρεσκο- πρόθημα
 The newly drained swamp is still muddy.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο πρόσφατα ανακαινισμένος χώρος μας είναι ιδανικός για γάμους και εκδηλώσεις.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νεοϊδρυθέν κόμμα έπιασε αρκετά καλά ποσοστά στις εκλογές.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην κάτσεις στο φρεσκοβαμμένο παγκάκι.
newly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a new way)ανα- πρόθημα
  νεο- πρόθημα
 Kate visited the newly organized museum.
 Η Κέιτ επισκέφτηκε το αναδιοργανωμένο μουσείο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
new-mown,
newly mown,
freshly mown
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(grass, hay: just cut) (π.χ. γρασίδι)φρεσκοκουρεμένος, φρεσκοκομμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
newly bred adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (just or recently cultivated)που έχει καλλιεργηθεί πρόσφατα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει μόλις καλλιεργηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)που έχει αναπτυχθεί πρόσφατα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει μόλις αναπτυχθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
newly elected adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (recently voted into office)νεοεκλεγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  νεοεκλεγείς μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The newly elected prime minister approved a modification to the law.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'newly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: newly [wed, married, engaged], is newly [opened, refurbished, renovated, restored], a newly [opened] [store, building], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση newly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'newly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης