Σε αυτή τη σελίδα: newfound, new-found

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
newfound,
also UK: new-found
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(newly discovered)νεοανακαλυφθείς μτχ αορμετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.
  (καθομιλουμένη)νέος, καινούριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 After visiting Japan, I have a newfound love of sushi.
 Από όταν πήγα στην Ιαπωνία, το σούσι είναι η νέα μου αγάπη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση newfound στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'newfound'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης