newfangled

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnjuːˈfæŋɡəld/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈnuˈfæŋgəld, -ˌfæŋ-, ˈnju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(no̅o̅fanggəld, -fang′-, nyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
newfangled,
new-fangled
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (modern) (καθομιλουμένη, μειωτικό)και καλά μοντέρνος εκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)καινούριο φρούτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καινούριος, μοντέρνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η συσκευή κινητού είναι καινούριο φρούτο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση newfangled στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'newfangled'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης