newborn

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnjuːbɔːrn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈnuˈbɔrn, ˈnju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(no̅o̅bôrn, nyo̅o̅-)


Inflections of 'newborn' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
newborns
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
newborn
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
newborn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (new baby)νεογέννητο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The newborn had a seemingly enormous head.
newborn adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (born recently)νεογέννητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The Garcia family has a newborn baby girl!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'newborn' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση newborn στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'newborn'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης