neglected

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/nɪˈglɛktɪd/

Σε αυτή τη σελίδα: neglected, neglect

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
neglected adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thing, object)παραμελημένος, παρατημένος, αφημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αφρόντιστος, απεριποίητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ben's house looked very neglected because he couldn't keep it maintained anymore.
 Το σπίτι του Μπεν φαινόταν ιδιαίτερα παραμελημένο γιατί δεν μπορούσε να συντηρεί πια.
neglected adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (child)παραμελημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Child services collected the neglected child from her parents and put her in foster care.
 Οι κοινωνικές υπηρεσίες πήραν το παραμελημένο παιδί από τους γονείς του και το έδωσαν σε ανάδοχη οικογένεια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
neglect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of child)παραμέληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Kate's mother was arrested for neglect.
 Η μητέρα της Κέιτ συνελήφθη για παραμέληση ανηλίκου.
neglect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of attention)παραμέληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αμέλεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tom's house showed obvious signs of neglect.
 Το σπίτι του Τομ έδειχνε εμφανή σημάδια παραμέλησης.
neglect [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (child)παραμελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Larry neglected his children because he was an alcoholic.
 Ο Λάρι παραμελούσε τα παιδιά του επειδή ήταν αλκοολικός.
neglect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (duty)παραμελώ, αμελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The soldier neglected his duties and was discharged from the military.
 Ο στρατιώτης παραμέλησε τα καθήκοντά του και αποτάχθηκε από τον στρατό.
neglect to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fail to do) (να κάνω κάτι)αμελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fred neglected to keep up with his friends, and slowly lost contact with them.
 Ο Φρεντ αμέλησε να επικοινωνεί με τους φίλους του και σιγά σιγά έχασε την επαφή μαζί τους.
neglect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ignore)αγνοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher neglected the student's raised hand so that he could finish his lecture.
 Ο δάσκαλος αγνόησε το σηκωμένο χέρι του μαθητή για να μπορέσει να ολοκληρώσει το μάθημά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'neglected' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a neglected [child, boy, girl, puppy], am starting to feel neglected, a commonly neglected [question, issue], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση neglected στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'neglected'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης