needle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈniːdəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈnidəl/ ,USA pronunciation: respelling(nēdl)

Inflections of 'needle' (v): (⇒ conjugate)
needles
v 3rd person singular
needling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
needled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
needled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointed needlework tool)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Kate threaded a needle.
 Η Κέιτ πέρασε κλωστή σε μια βελόνα.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hypodermic needle)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The doctor injected the vaccine with a needle.
 Ο γιατρός έκανε το εμβόλιο με μια βελόνα.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surgical instrument)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The doctor sewed up the wound with a needle.
 Ο γιατρός έραψε την πληγή με μια βελόνα.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pine needle)βελόνα, πευκοβελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Brian raked the needles up from the lawn and put them in bags.
 Ο Μπράιαν σκούπισε τις βελόνες από το γκαζόν και τις έβαλε σε σακούλες.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stylus of a record player)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Laura put the needle on the record.
 Η Λώρα έβαλε τη βελόνα πάνω στον δίσκο.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointer on a compass, dial, etc.)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δείκτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The needle on the speedometer was pointing to 40mph.
needle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, informal (criticize, nag [sb](ανεπίσημο, καθομ, μτφ)πικάρω, τσιγκλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jeff's boss needled him constantly about his work.
 Το αφεντικό του Τζεφ τον τσιγκλούσε συνέχεια για τη δουλειά του.
needle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, informal (tease, taunt [sb](ανεπίσημο, καθομ, μτφ)πικάρω, τσιγκλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The boys constantly needled Ben about his stutter.
 Τα αγόρια συνεχώς τσιγκλούσαν τον Μπεν για το τραύλισμά του.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (knitting needle)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βελόνα πλεξίματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Tina bought some new needles for her knitting.
 Η Τίνα αγόρασε μερικές καινούριες βελόνες για το πλέξιμό της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shell point)αγκάθι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The boy hurt his foot when he stepped on the needles of a sea urchin.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointed tool for etching)βελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The artist engraved an image onto the metal with a needle.
needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slender construction)πύργος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Tall, slender buildings are often called needles.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
compass needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (magnetic pointer)βελόνα πυξίδας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Compass needles point to the magnetic South.
 Οι βελόνες πυξίδας δείχνουν τον μαγνητικό Νότο.
darning needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (needle for repairing fabrics)βελόνα για καρίκωμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βελόνα για μαντάρισμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 To darn socks properly you really need a darning needle.
hypodermic needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical: needle for injections)υποδερμική βελόνα επίθ + ουσ θηλ
knitting needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (pointed stick used for knitting)βελόνα πλεξίματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
needle-nose pliers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (long thin pliers)πένσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συρματοκόφτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 As the hole was so small I was forced to use a pair of needle-nose pliers to loosen the nut.
pine needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointed leaf of pine tree)πευκοβελόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a carpet of pine needles on the forest floor.
sewing needle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointed implement for stitching)βελόνα ραψίματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She used a sewing needle and some thread to fix the tear.
tracks,
needle tracks
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
slang (drug use: needle marks) (από χρήση ναρκωτικών)σημάδια, τρυπήματα ουσ ουσ πλ
 You can tell by the tracks on the man's arms that he is a drug addict.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'needle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: needle disposal, hates needles, is afraid of needles, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση needle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'needle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης