myth

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪθ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/mɪθ/ ,USA pronunciation: respelling(mith)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
myth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mythical story, legend)μύθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There are many well-known Greek myths.
 Υπάρχουν πολλοί γνωστοί ελληνικοί μύθοι.
myth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] not true)μύθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 It's a myth that pulling out one grey hair will make several more grow in its place.
 Είναι μύθος ότι αν βγάζεις τις γκρίζες τρίχες θα φυτρώσουν περισσότερες στη θέση τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
urban legend,
urban myth
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(modern story of obscure origin)αστικός μύθος, αστικός θρύλος επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'myth' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an urban, a great, a religious, a folk] myth, a [Roman] myth, an ancient [Roman] myth, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση myth στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'myth'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης