WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mystic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] with spiritual insight)μυσταγωγός, μυστικιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The mystic told me to follow my heart.
mystic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (spiritual, occult)μυστικιστικός, αποκρυφιστικός, μυστηριακός, μυσταγωγικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jane had a mystic encounter that left her believing in life after death.
mystic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mysterious, wondrous)που προκαλεί δέος, που προκαλεί θαυμασμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The mystic cliffs rising out of the sea evoked a sense of wonder.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mystic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mystic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mystic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης