my

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/maɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/maɪ/ ,USA pronunciation: respelling(mī)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
my adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (possessive: belonging to me)μου αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (εμφατικός τύπος)ο δικός μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Have you seen my keys? I'm going to brush my hair.
 Είδες τα κλειδιά μου; Θα χτενίζω τα μαλλιά μου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το δικό μου αυτοκίνητο είναι το κόκκινο.
my interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (expressing surprise) (καθομιλουμένη)Θεέ μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Oh, my! Are you serious?
 Ωχ, Θεέ μου! Μιλάς σοβαρά;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
all my life advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout my lifetime)όλη μου την ζωή, κατά την διάρκεια όλης μου της ζωής επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I was born in Manchester, and I've lived here all my life.
as is my wont advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." formal (as usual, as is my habit)ως συνήθως φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  όπως πάντα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: as is his wont, as is her wont, etc.
Be my guest! exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (help yourself)ελεύθερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομ: για φαγητό/ποτό)βάλε μόνος σου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σερβιρίσου ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If you want some lemonade, be my guest!
Bless my soul! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (surprise) (έκπληξη)Παναγία μου! επίφ
  Παναγίτσα μου! επίφ
  Πωπω! επίφ
 Well, bless my soul! You're Professor Howe's daughter? Really?
Cross my heart and hope to die interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" infantile (promise)ορκίζομαι στη ζωή μου, ορκίζομαι να πεθάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (συνήθως παιδικό)φιλώ σταυρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Mum, I'll clean my room in the morning. Cross my heart and hope to die!
dearest,
my dearest
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(term of affection)αγαπημένε, αγαπημένη επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (παλαιό ή λιγότερη οικειότητα)αγαπητέ, αγαπητή επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Eat my shorts! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (contempt)Να μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (προσβλητικό)Δεν μας χέζεις; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (χυδαίο)Στα αρχίδια μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
follow-the-leader,
follow-my-leader
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(children's game) (παιδικό παιχνίδι)κάνε ό,τι κάνω φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
for my money exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative, informal (in my opinion)κατά τη γνώμη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για μένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
from my own experience advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (having experienced it myself)εκ πείρας, από εμπειρία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
I rest my case interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (That proves my point)ό,τι είχα να πω το είπα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 So, you agree with me? Then I rest my case.
in my book exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (in my opinion)κατά τη γνώμη μου, κατ' εμέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
in my opinion advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to my mind, as far as I am concerned)κατά τη γνώμη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)για μένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In my opinion she's too young to get married and have children.
 Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ μικρή για να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.
in my view exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in my opinion)κατά τη γνώμη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Kiss my ass! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, vulgar (expressing defiance or contempt)σ' έχω γραμμένο επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (χυδαίο)σ' έχω για τ' αρχίδια μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You don't like it? Well, kiss my ass!
 Δεν σου αρέσει; Λοιπόν, σ' έχω γραμμένο!
lud,
my lud,
m'lud
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (judge: term of address) (προσφώνηση)κύριε δικαστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
mark my words,
you mark my words
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
dated (this is sure to happen)Θυμήσου τα λόγια μου! περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Θυμήσου αυτό που σου λέω! περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Πρόσεξε αυτό που σου λέω! περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mark my words! That boy will always be a troublemaker.
My bad! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (admitting a mistake)λάθος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εγώ φταίω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Did I step on your foot? Sorry! My bad!
my darling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (term of affection)αγάπη μου, καρδιά μου, ψυχή μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 By the time you get this, my darling, I shall be in France.
my dear interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (term of affection)αγάπη μου, καρδιά μου, ψυχή μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 "Frankly, my dear, I don't give a damn!" is the line famously spoken by Rhett Butler in "Gone With The Wind".
 «Ειλικρινά, καρδιά μου, δεν δίνω δεκάρα!» είναι η περίφημη ατάκα του Ρετ Μπάτλερ στο «Όσα παίρνει ο άνεμος».
my friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ironic, informal (used to threaten or warn) (ειρωνικά)φιλαράκο ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φίλε μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άνθρωπέ μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Any more of that talk, my friend, and there will be trouble!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μη με τσιγκλάς φιλαράκο, έχω φτάσει στα όριά μου!
my friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (informal address)ο φίλος μου ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
my God! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing shock or surprise)Θεέ μου, Χριστέ μου, Παναγία μου, Παναγιά μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεούλη μου, Χριστούλη μου, Παναγίτσα μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Oh my God! Get that child out of that mud puddle this instant!
my goodness interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (astonishment)Πω πω! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεέ μου, Χριστέ μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεούλη μου, Χριστούλη μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 My goodness! What a lot of food you have prepared!
My heart aches for you exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (sympathy)Σε συμπονώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm sorry for your loss. My heart aches for you.
My heart bleeds for you.,
My heart bleeds,
How my heart bleeds for you
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
figurative, ironic (I feel compassion for you) (μεταφορικά: με κάτι, για κάτι)ραγίζει η καρδιά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά: κάτι)μου ραγίζει την καρδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "I have to pay a fortune in income tax these days," said Theo. "My heart bleeds for you!" said his brother.
my little one interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (affectionate term for a child)μικρέ μου, μικρή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αγοράκια και κοριτσάκια)μικρό μου, μωρό μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come here, my little one, and I'll tell you a story.
my Lord nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: God)ο Θεός μου, ο Κύριός μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I try to do what my Lord would want me to do.
my Lord nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (term of address for a peer)κύριε ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αφέντη ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  άρχοντα ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My lord, your tea is ready.
my love nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (affectionate term) (καθομιλουμένη)αγάπη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Are you coming my love?
 Έρχεσαι αγάπη μου;
my name is (I am called, I am known as)ονομάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με λένε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My name is Joe.
 Ονομάζομαι Τζόι.
my pleasure interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (you're welcome)ευχαρίστηση μου, χαρά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A: Thanks for all your help. B: My pleasure. A. Thank you. B. My pleasure.
 Α: Ευχαριστώ για την βοήθειά σας. Β: Ευχαρίστησή μου. Α: Ευχαριστώ Β: Ευχαρίστησή μου.
my sweet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (term of affection)γλυκέ μου, γλυκιά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  γλύκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (τρυφερό: και τα 2 φύλλα)γλυκό μου, γλυκούλι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I miss you, my sweet.
my word nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (my solemn promise) (όρκος)σου δίνω τον λόγο μου!, σας δίνω τον λόγο μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχεις τον λόγο μου!, έχετε τον λόγο μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 On my word, I will be there on time. This car is in 100% perfect condition, I give you my word.
 Σου δίνω το λόγο μου! Θα είμαι εκεί εγκαίρως. Αυτό το αυτοκίνητο είναι, πραγματικά, σε άριστη κατάσταση. Έχετε τον λόγο μου!
my word interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing astonishment)Θεέ μου! επιφ φρ
  πω πω!, πωπώ!, πο πο!, ποπό! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 My word, that candy certainly is sour! My word, that is one beautiful woman.
 Πω πω, αυτή η καραμέλα είναι πραγματικά ξινή! Πω πω, τι όμορφη γυναίκα!
never in my life advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not ever)ποτέ μου, ποτέ στη ζωή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Never in my life have I seen such an ugly dog!
 Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόσο άσχημο σκυλί!
oh my interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (expressing surprise or concern)αμάν, ωχ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
Oh my God! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing horror or astonishment)Ω, Θεέ μου!, Πω-πω Θεέ μου!, Θεέ μου!, Χριστέ μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Χριστούλη μου!, Παναγία μου!, Παναγιά μου!, Παναγίτσα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Αμάν!, Ωχ αμάν!, Πω πω!, Πω-πω! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Χριστός και Απόστολος! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
Oh my goodness! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (astonishment)Πω πω! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Μανούλα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεέ μου!, Χριστέ μου!, Παναγία μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεούλη μου!, Χριστούλη μου!, Παναγίτσα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Oh my goodness! There's a huge spider in the bathroom!
Oh my gosh! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing astonishment)Πω-πω!, Πω πω! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Μανούλα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεέ μου!, Χριστέ μου!, Παναγία μου! επίφ
  Θεούλη μου!, Χριστούλη μου!, Παναγίτσα μου! επίφ
on my own advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without company)μόνος μου αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
on my own advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by myself, without help)μόνος μου αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
on the way,
on my way
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(en route)καθοδόν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We stopped off on the way and took photos.
 Κάναμε μια στάση καθοδόν και βγάλαμε φωτογραφίες.
over my dead body interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, figurative (expressing complete refusal) (μεταφορικά)πάνω από το πτώμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You'll have custody of my children over my dead body! You want to borrow my jeans? Over my dead body!
pardon my French interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (excuse me for swearing) (αργκό)με συγχωρείς για τα γαλλικά, σόρρυ κιόλας για τα γαλλικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (χιουμοριστικό, παλαιό)με το συμπάθειο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That guy's a real bastard, if you'll pardon my French.
to my knowledge advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as far as I am aware)απ' όσο ξέρω, απ' όσο γωρίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
to the best of my knowledge,
to the best of [sb]'s knowledge
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(as far as I know)σύμφωνα με όσα γνωρίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  από όσο ξέρω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 To the best of my knowledge, all of the coffee shops in the city close before 9:00 p.m.
Welcome to my world! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (expressing familiarity with an experience) (μεταφορικά, καθομ)Καλώς ήρθες στον κλαμπ! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
with all my heart advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (completely and sincerely) (μεταφορικά)με όλη μου την καρδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My darling, I love you with all my heart.
with pleasure,
my pleasure
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(polite reply to request or thanks)ευχαρίστως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  χαρά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)μετά χαράς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'my' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: that's my [pen, car, daughter], is my own [house, car, decision, business], my favorite [movies, books], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση my στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'my'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης