muzzle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌzəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmʌzəl/ ,USA pronunciation: respelling(muzəl)


Inflections of 'muzzle' (v): (⇒ conjugate)
muzzles
v 3rd person singular
muzzling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
muzzled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
muzzled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
muzzle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (restraint on dog)φίμωτρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Erin put a muzzle on the dog.
muzzle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on gun)στόμιο κάννης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kyle looked down the muzzle of the gun.
muzzle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (people, press) (μεταφορικά)φιμώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κλείνω το στόμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The governor muzzled the press.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
muzzle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal's snout)μουσούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)ρύγχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The dog had a little bit of gray on her muzzle.
muzzle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put muzzle on animal)φιμώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κτ)βάζω φίμωτρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The vet muzzled the aggressive dog to prevent it biting anyone.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'muzzle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [sharp, wide] muzzle of a dog, a [dog, bulldog, Rottweiler, greyhound] with a muzzle, the dog has to wear a muzzle, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση muzzle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'muzzle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης