mutilate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmjuːtɪleɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmjutəˌleɪt/ ,USA pronunciation: respelling(myo̅o̅tl āt′)

Inflections of 'mutilate' (v): (⇒ conjugate)
mutilates
v 3rd person singular
mutilating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
mutilated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
mutilated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mutilate [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (maim, disfigure)ακρωτηριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The car accident mutilated the poor boy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mutilate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mutilate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mutilate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης