mustard

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌstərd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmʌstɚd/ ,USA pronunciation: respelling(mustərd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mustard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for food)μουστάρδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Laura put some mustard on her hot dog.
mustard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant)σινάπι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Brad had some mustard growing in his garden.
mustard n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (dull yellow in color)μουσταρδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μουσταρδί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Rachel wore a mustard shirt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cut the mustard v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (meet requirements for [sth])είμαι κατάλληλος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Dijon mustard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (French condiment) (είδος μουστάρδας)μουστάρδα Dijon φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  μουστάρδα ντιζόν φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Dijon mustard is an ingredient in Honey Mustard salad dressing.
dry mustard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (powdered mustard seeds)μουστάρδα σκόνη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
leaf mustard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pungent edible plant) (φυτό)σινάπι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her grandmother always grew leaf mustard for making home remedies.
mustard gas nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical weapon used in World War I)αέριο μουστάρδας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
mustard greens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (brassica: edible plant) (φυτό)κράμβη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
mustard leaf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (green vegetable)σινάπι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
mustard oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil from mustard seeds)λάδι μουστάρδας, λάδι σιναπιού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σιναπέλαιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
mustard seed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grain of the mustard plant)σπόροι μουστάρδας ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 My mother seasons steamed cabbage with vinegar and mustard seed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mustard' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: honey-mustard dressing, [English, French, German, Dijon] mustard, [hamburger, hot-dog] mustard, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mustard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mustard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης