musical

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmjuːzɪkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmjuzɪkəl/ ,USA pronunciation: respelling(myo̅o̅zi kəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
musical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of music)μουσικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The singer had a very musical voice.
musical nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (performance)μιούζικαλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Jenny liked to perform in musicals.
 Στην Τζένη άρεσε να παίζει σε μιούζικαλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
musical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (resembling music)μελωδικός, μουσικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (για φωνή)τραγουδιστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σαν μουσική έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The wind sounded musical as it moaned through the trees.
musical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (set to music)μελοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The composer wrote a musical poem.
musical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (good at music)καλός στη μουσική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω μουσικό αυτί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Malcolm has always been very musical; he plays the piano beautifully.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
music box,
UK: musical box
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(box that plays mechanical music)μουσικό κουτί επίθ + ουσ ουδ
 When I was a child, I had a music box with a ballerina who twirled as the music played.
music director,
musical director
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(overseer of musical activities)μουσικός διευθυντής, μουσική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
musical chairs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (children's game)μουσικές καρέκλες επίθ + ουσ θηλ πλ
musical chairs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (constantly changing situation)κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνεχείς εναλλαγές β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
musical comedy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (humorous play with singing and dancing)μουσικο-χορευτική κωμωδία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
musical composition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (piece of music as written)μουσική σύνθεση επίθ + ουσ θηλ
musical dynamics nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (volume of a piece of music) (μουσική: αύξηση ή ελάττωση έντασης)μουσική δυναμική επίθ + ουσ θηλ
musical instrument nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music)μουσικό όργανο επίθ + ουσ ουδ
 Children should be encouraged to learn to play at least one musical instrument.
musical meter,
also UK: musical metre
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rhythm pattern)μουσικό μέτρο επίθ + ουσ ουδ
musical note,
music note
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music score: symbol)μουσική νότα επίθ + ουσ θηλ
musical piece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical work, piece of music)μουσική σύνθεση επίθ + ουσ θηλ
  μουσικό κομμάτι επίθ + ουσ ουδ
musical scale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sequence of pitches)μουσική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ
musical score nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sheet music for a play, film, etc.)παρτιτούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The violinist placed the musical score on a stand and began to play.
musical score nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soundtrack of a play, film, etc.)σάουντρακ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (μεταφορικά)μουσική επένδυση επίθ + ουσ θηλ
 Michael Nyman composed the musical score for the film.
musical sense nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (natural aptitude or feeling for music)μουσικό ταλέντο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her musical sense was so terrible she couldn't sing even simple children's songs.
musical talent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (natural aptitude for music)μουσικό ταλέντο επίθ + ουσ ουδ
 Tim's musical talent was evident from an early age; he could play the guitar by the time he was five.
 Το μουσικό ταλέντο του Τιμ ήταν προφανές από μικρή ηλικία· ήξερε να παίζει κιθάρα από πέντε χρονών.
musical theater (US),
musical theatre (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(drama with singing and dancing)μουσικό θέατρο επίθ + ουσ ουδ
 Tina is training for a career in musical theatre.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'musical' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [Broadway, West End] musical, [saw, starring in, go to] a musical on [Broadway], a [comedy, drama, children's, high-school] musical, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση musical στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'musical'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης