multiplier

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌltɪˌplaɪə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmʌltəˌplaɪɚ/ ,USA pronunciation: respelling(multə plī′ər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
multiplier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (number another is multiplied by)πολλαπλασιαστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση multiplier στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'multiplier'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης