mugger

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌgər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(mugər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who attacks and robs)κλέφτης, ληστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Betty was attacked by a mugger in Central Park.
 H Μπέτυ δέχθηκε επίθεση από έναν ληστή στο Σέντραλ Παρκ.
mugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person who pulls faces, overacts)κάποιος που κάνει γκριμάτσες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 That actor is such a mugger; he is more suited to comedy.
 Αυτός ο ηθοποιός κάνει πολλές γκριμάτσες και θα του ταίριαζαν καλύτερα οι κωμωδίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hugger-mugger adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (confused, disorderly)μπερδεμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ακατάστατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανακατεμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
hugger-mugger adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (secret)μυστικός, κρυφός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
hugger-mugger advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a confused manner)μπερδεμένα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ανακατεμένα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
hugger-mugger advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with secrecy)μυστικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με μυστικοπάθεια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
hugger-mugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confusion)σύγχυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπέρδεμα, μπλέξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
hugger-mugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (secrecy)μυστικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a [violent, desperate, brutal, teenage] mugger, [caught, arrested, detained] a mugger, the [police, officer] [caught] the mugger, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mugger στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mugger'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης