muffle

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌfəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmʌfəl/ ,USA pronunciation: respelling(mufəl)

Inflections of 'muffle' (v): (⇒ conjugate)
muffles
v 3rd person singular
muffling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
muffled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
muffled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
muffle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sound: deaden) (ήχο, μεταφορικά)πνίγω, κατασιγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I had to muffle my child's cries during the movie.
muffle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover up warmly)τυλίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κουκουλώνω, φασκιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Muffle the children before they go out in the cold.
muffle [sb] in [sth] vtr + prep (cover warmly with [sth])σκεπάζω, κουκουλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)κουκουλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σκεπάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When you visit Canada, make sure to muffle yourself in a warm, down coat.
muffle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (repress)καταπιέζω, περιορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ernest tried to muffle his rage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'muffle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση muffle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'muffle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης