much

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/mʌtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(much)


Inflections of 'much' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
more
adj comparative
most
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (greatly)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He looks much older now.
 Μοιάζει πολύ μεγαλύτερος τώρα.
much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of great degree)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 They ate much more than usual yesterday.
 Έφαγαν πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο εχθές.
much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of great quantity)πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: colloquial usage in negatives and questions; more formal in other contexts
 We heard much laughter coming from the room.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ακούσαμε πολύ θόρυβο από το διπλανό διαμέρισμα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in comparisons) (εμφατικός τύπος)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He felt much better after taking an aspirin.
 Ένιωσε πολύ καλύτερα αφού πήρε μια ασπιρίνη.
much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great amount)πολύς επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Much of his reasoning was illogical.
 Πολλά από τα επιχειρήματά του ήταν παράλογα.
much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often negative (notable thing) (άρνηση: με ουσιαστικό)ακριβώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σπουδαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κάτι το ιδιαίτερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άρνηση: με επίθετο)και πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It wasn't much of a lunch - just a few snacks.
 Δεν ήταν ακριβώς μεσημεριανό - απλά μερικά σνακ.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν είμαι σπουδαίος κηπουρός.
 Το γεύμα δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο - απλά μερικά σνακ.
 New: Δεν είμαι και πολύ καλός κηπουρός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
after much deliberation advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (having considered [sth] carefully)μετά από πολλή σκέψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
after much deliberation advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (having discussed [sth] at length)μετά από πολλή συζήτηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
as much exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the same thing)αυτό αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  το ίδιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Σε πολλές περιπτώσεις απλά παραλείπεται, πχ «Είσαι έγκυος λοιπόν. Το φαντάστηκα.»
 So, you're pregnant. I thought as much.
 Είσαι έγκυος λοιπόν. Αυτό το φαντάστηκα.
as much as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (even though)παρόλο πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  όσο και να... περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 As much as I love Mel Gibson, this movie is just too violent for me.
 Όσο και να μου αρέσει ο Μελ Γκίμπσον, αυτή η ταινία είναι πολύ βίαιη για μένα.
as much as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (an equal amount)τόσο... όσο, το ίδιο αντων.
  το ίδιο με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Nobody can eat as much as my brother!
 Κανείς δεν μπορεί να φάει τόσο όσο ο αδερφός μου!
as much as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (equally)τόσο... όσο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το ίδιο με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εξίσου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I love you as much as I love your sister.
 Σε αγαπάω το ίδιο με την αδερφή σου.
as much as possible exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (to greatest extent)όσο το δυνατόν περισσότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I try to exercise as much as possible.
 Προσπαθώ να γυμνάζομαι όσο το δυνατόν περισσότερο.
as much as possible nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest amount)όσο το δυνατόν περισσότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I always eat as much as possible at Thanksgiving dinner.
 Πάντα τρώω όσο το δυνατόν περισσότερο στο δείπνο της Γιορτής των Ευχαριστιών.
half as much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (50 percent of)ο μισός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'll have half as much of the pie as he has.
 Θα φάω τη μισή πίτα από εκείνον.
half as much exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (50 percent less) (κόστος)τα μισά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The coat cost half as much on sale.
have too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have an excess of [sth])έχω περίσσεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have an excess of)έχω περίσσεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
how much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (what amount)πόσος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 It's not important how much effort you put into the job - it's results that count!
 Σημασία δεν έχει το πόση προσπάθεια καταβάλεις στη δουλειά, τα αποτελέσματα είναι που μετράνε!
how much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (what price, cost)πόσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 How much does this sandwich cost?
 Πόσο κοστίζει αυτό το σάντουιτς;
how much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to what extent)πόσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It doesn't matter how much I try to please my boss, he still isn't satisfied.
 Άσχετα από το πόσο προσπαθώ να ευχαριστήσω το αφεντικό μου, εκείνος παραμένει ανικανοποίητος.
I love you so much interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (great affection)σ'αγαπώ τόσο πολύ, σ' αγαπάω τόσο πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I love you so much that I can't stand to be apart from you.
 Σ' αγαπώ τόσο πολύ που δεν αντέχω να είμαι χώρια σου.
leave much to be desired v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be inadequate) (κάτι λείπει)έχω πολλές ελλείψεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάτι δεν είναι αρκετά καλό)έχω πολλές ατέλειες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάτω των προσδοκιών)είμαι απογοητευτικός, είμαι σκέτη απογοήτευση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Your table manners leave much to be desired. The house was cute on the outside, but inside left much to be desired.
much ado about nothing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fuss for little reason)πολύ κακό για το τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: From the title of a play by William Shakespeare.
Much Ado About Nothing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Shakespeare play)Πολύ κακό για το τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ
much as conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (in the same way as)με τον ίδιο τρόπο όπως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He was scrabbling away at the earth, much as a dog buries a bone.
much as conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (however much)όσο κι αν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Much as I like James as a friend, I could never date him.
much better adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (greatly superior)πολύ καλύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
much better adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (greatly improved)πολύ καλύτερος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (πιθανότητες)πολύ μεγαλύτερος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Your chances of getting a job are much better if you have computer skills.
 Οι πιθανότητες να βρεις δουλειά είναι πολύ μεγαλύτερες αν έχεις δεξιότητες χρήσης υπολογιστών.
much esteemed,
much-esteemed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(highly respected)διακεκριμένος,εξέχων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Our much-esteemed colleague from Brown University disagrees.
much less nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a considerably smaller quantity)πολύ λιγότερα φρ ως ουσ ουδ πλ
 Men have fought wars for much less.
much less advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a lesser degree)πολύ λιγότερο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 If I liked her much less I wouldn't like her at all!
much like preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the same way as)εξίσου, τόσο όσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
much like preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (very similar to)παρόμοιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παρομοίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
much more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a considerably larger quantity)πολλά περισσότερα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Much more will have to be done if we want to succeed.
 Θα πρέπει να γίνουν πολλά περισσότερα, αν θέλουμε να πετύχουμε.
much more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a greater degree)πολύ περισσότερο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I like him much more now than I did when he was younger.
 Μου αρέσει πολύ περισσότερο τώρα απ' ότι όταν ήταν νεότερος.
much obliged interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (thank you)σου είμαι υπόχρεος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)σας είμαι υπόχρεος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be much obliged v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be thankful, grateful)σου είμαι υπόχρεος, σου χρωστάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)σας είμαι υπόχρεος, σας χρωστάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
much the same adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very similar)πάνω-κάτω ο ίδιος, περίπου ο ίδιος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 I will use much the same method as George did to make these changes.
much the same adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unchanged)πάνω-κάτω ο ίδιος, περίπου ο ίδιος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The doctors say he is in much the same condition as yesterday. My hometown looks much the same as it did when I left 10 years ago.
much-loved adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loved by many people)πολυαγαπημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αγαπητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ιδιαίτερα αγαπητός επίρ + επίθ
 Uncle Bob was a much-loved member of the family.
not much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very little)όχι πολύ, λίγο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
not much to look at adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (unattractive or unimpressive) (μεταφορικά, προφορικό)δεν γεμίζω το μάτι σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν εντυπωσιάζω, δεν είμαι εντυπωσιακός φράση
 He's not much to look at, but he's got a good job and he's very nice. It's not much to look at, but it's home.
 Δεν σου γεμίζει το μάτι αυτός, αλλά έχει καλή δουλειά και είναι πολύ καλός άνθρωπος.
 Δεν είναι εντυπωσιακό. Είμαι, όμως, το σπιτικό μας.
not so much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (less)λιγότερο, όχι τόσο πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's not so much that you are cruel, more that you don't think things through.
not so much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (little)όχι και πολύ, λιγάκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 No, there was not so much singing at the show.
not think much of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be unimpressed by) (καθομιλουμένη)κπ/κτ δεν μου λέει και πολλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν εντυπωσιάζομαι από κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω πολύ καλή γνώμη για κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I did not think much of that artist's new exhibit, I thought it was trite.
nothing much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not a lot) (σημασία)τίποτα σπουδαίο, τίποτα ιδιαίτερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ποσότητα)όχι και πολλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There is nothing much happening downtown today.
pay too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be overcharged for [sth])πληρώνω μεγάλο ποσό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I paid too much for the taxi from the airport to the city centre.
pretty much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (mostly)κυρίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ουσιαστικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  κατά κύριο λόγο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 When you visit the South, you'll pretty much eat only fried food.
 Όταν επισκεφτείς τον Νότο, θα τρως κυρίως τηγανητά φαγητά.
pretty much the same adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (very similar)πάνω-κάτω ίδιος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 It hardly matters which candidate you vote for; they're all pretty much the same.
pretty much the same advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (unchanged from earlier)πάνω-κάτω ο ίδιος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The state of the patient's health has stayed pretty much the same.
protest too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (insist unconvincingly that [sth] is untrue)διαμαρτύρομαι τόσο έντονα που δεν γίνομαι πιστευτός ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει αρκιβής αντιστοιχία
 “The lady doth protest too much”, as they say.
so much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a large amount of)τόσο πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm bound to get my shoes wet with so much water on the ground. There's so much to do I don't know where to start.
 Είμαι σίγουρος πως θα βρέξω τα παπούτσια μου με τόσο πολύ νερό στο έδαφος.
so much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (this amount of)τόσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Showing her son the cup, Paige said, "You take so much flour and add it to the mixing bowl."
 Δείχνοντας στον γιο της την κούπα η Πέιτζ είπε, «Παίρνεις τόσο αλεύρι και το προσθέτεις στο μπολ.»
so much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a lot)τόσο πολύ φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 I wish my sister didn't talk so much.
 Εύχομαι η αδερφή μου να μην μίλαγε τόσο πολύ.
so much as advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (even)έστω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Cross that line by so much as a hair and you'll see what anger means.
so much as advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (merely, no more than)όλο κι όλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
so much for that interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (enough discussion)φτάνει πια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φτάνει πια με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ως εδώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Well, so much for that! Maybe we can talk about something else now.
so much for that interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (disappointment, failure)πάει και αυτό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πάει, τέλειωσε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κρίμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I failed my entrance exam yet again. So much for that!
so much so that exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (to such a degree that)τόσο ώστε, τόσο που έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σε τέτοιο βαθμό που έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
talk too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (speak excessively)μιλώ πολύ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λέω πολλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She talks too much … and most of what she says is rubbish.
Thank you so much interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (Many thanks)Σ' ευχαριστώ πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πληθυντικός ευγενείας)Σας ευχαριστώ πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (εμφατικός τύπος)Χίλια ευχαριστώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
thank you very much interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (many thanks)ευχαριστώ πολύ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
Thanks so much! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (Many thanks indeed)Σ' ευχαριστώ πολύ!, Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (εμφατικός τύπος)Χίλια ευχαριστώ! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
too much,
too much [sth],
too much of [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(an excess of)υπερβολικός, υπέρμετρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Too much coffee makes me jittery.
 Ο υπερβολικός καφές με κάνει νευρικό.
too much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (excessively, to excess)υπερβολικά, υπέρμετρα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He loved her too much to leave her.
 Την αγαπούσε υπερβολικά για να την αφήσει.
too much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (an excessive amount)υπερβολικά πολύς, υπέρμετρα πολύς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I can't possibly eat all that – it's too much.
 Δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσω να φάω όλα αυτά, είναι υπερβολικά πολλά.
too much at once nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden excess of [sth])πολύ μαζί στα ξαφνικά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I took a big gulp of beer and got too much at once.
too much for [sb] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (overwhelming)μου πέφτει πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Caring for six children was too much for the exhausted young mother.
 Η φροντίδα έξι παιδιών έπεφτε πολύ στην εξαντλημένη νεαρή μητέρα.
too much for [sb] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (intolerable) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Losing his wife was too much for him to bear.
 Δεν μπόρεσε να αντέξει το χαμό της γυναίκας του.
too much of a good thing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] spoilt by excess) (καθομιλουμένη)πάει πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπερβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was so much to eat; sometimes you can have too much of a good thing!
too much to ask nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (excessive, unreasonable demand) (καθομιλουμένη)ζητάω πολλά; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπερβολική απαίτηση επίθ + ουσ θηλ
twice as much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (double the amount)τα διπλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το διπλάσιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε σύγκριση με κάτι άλλο)άλλος τόσος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I've decided to give twice as much to charity this year.
 Αποφάσισα να δώσω άλλα τόσα σε φιλανθρωπίες φέτος.
twice as much exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (double the amount of [sth])διπλάσιος, διπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It can take twice as much effort to make dinner without a stove.
 Μπορεί να χρειαστεί διπλάσια προσπάθεια να ετοιμάσεις δείπνο χωρίς φούρνο.
very much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (greatly)πάρα πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I like him very much.
 Μου αρέσει πάρα πολύ.
very much nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a large amount)πάρα πολύ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
very much like adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (similar to)παρόμοιος με επίθ + πρόθ
  που μοιάζει πάρα πολύ με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
way too much adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (an excess of)υπερβολικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πάρα πολύς, υπερβολικά πολύς φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
way too much advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (excessively)υπερβολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάρα πολύ, υπερβολικά πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
with much effort advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by hard work)με σκληρή δουλειά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 With much effort, he was able to reach the top of the mountain.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'much' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: it isn't much, but, was not much like, she's very much like [you, my sister], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση much στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'much'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης