moving

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmuːvɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmuvɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(mo̅o̅ving)

From the verb move: (⇒ conjugate)
moving is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: moving, move

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (changing position)κινούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 This clock has many moving parts.
 Αυτό το ρολόι έχει πολλά κινούμενα μέρη.
moving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (emotionally touching)συγκινητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I read a moving novel with a deep message.
 Διάβασα ένα συγκινητικό μυθιστόρημα με βαθύ νόημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of moving)σχετικός με μετακομίσεις β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We called a moving van to transport our things.
 Καλέσαμε ένα φορτηγάκι μετακομίσεων για να μεταφέρει τα πράγματά μας.
moving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (changing location or residence)μετακόμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I hate moving, but I want to live in California.
 Σιχαίνομαι τις μετακομίσεις, αλλά θέλω να ζήσω στην Καλιφόρνια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be in motion)κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κουνιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Stop moving and the wasp will leave you alone.
 Σταμάτα να κουνιέσαι και η σφήκα θα σε αφήσει ήσυχη.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (advance)κινούμαι, προχωράω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The protesters moved towards the line of police.
 Οι διαδηλωτές κινήθηκαν (or: προχώρησαν) προς τους παραταγμένους αστυνομικούς.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (change position, location)μετακινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This seat is reserved. I'm afraid you'll have to move.
 Αυτή η θέση είναι κρατημένη. Φοβάμαι ότι θα πρέπει να μετακινηθείτε.
move to [sth] vi + prep (change position, location) (σε κτ)μετακινούμαι, μεταφέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Amy moved to a seat near the front of the room.
 Η Έιμι μετακινήθηκε σε μια θέση κοντά στην μπροστινή πλευρά της αίθουσας.
move to [sth] vi + prep (turn attention to) (καθομιλουμένη: σε κτ)πάω, προχωράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρέφω την προσοχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I want to move to the question of how we are to finance this project.
 Θέλω να πάμε στην ερώτηση του πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτό το έργο.
move to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take action) (μτφ, καθομ: να κάνω κτ)πηγαίνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He moved to open the door but she grabbed his arm.
 Πήγε (or: Έκανε) να ανοίξει την πόρτα, αλλά του άρπαξε το χέρι.
move [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change position, location of)μετακινώ, μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I moved the car closer to the house.
 Μετακίνησα το αυτοκίνητο πιο κοντά στο σπίτι.
move [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (affect emotionally)συγκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αγγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)συγκινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Everyone was moved by the film.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κίνησή σου με συγκίνησε.
 Η ταινία τους άγγιξε όλους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Συγκινήθηκα από την κίνησή σου.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (change residence)μετακομίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When I was five years old, we moved.
 Όταν ήμουν πέντε ετών, μετακομίσαμε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
move nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement)κίνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 With a sudden move, he grabbed the robber.
 Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε τον ληστή.
move nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (step toward [sth])κίνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sheriff blocked the outlaw's move for the door.
move nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (game: turn)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κίνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is my move next.
 Τώρα είναι η σειρά μου.
 Η επόμενη κίνηση είναι δική μου.
move nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (house move: change of residence)μετακόμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All our belongings are packed up in boxes, ready for the move.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (follow a course)κινούμαι, μετακινούμαι, μετατοπίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The storm is moving to the east.
 Η καταιγίδα κινείται (or: μετατοπίζεται) προς τα ανατολικά.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (merchandise: be sold) (μεταφορικά)κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πουλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The new merchandise isn't moving.
 Το νέο εμπόρευμα δεν κινείται.
 Το νέο εμπόρευμα δεν πουλάει.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (game: take a turn)παίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It's your turn to move.
 Είναι σειρά σου να παίξεις.
move viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bowels: evacuate) (επίσημο, ευφημισμός)εκκενώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The food made his bowels move quickly.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το έντερό μας πρέπει να εκκενώνεται τακτικά.
move to do [sth] vi + prep (make a proposal)προτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The council member moved to adjourn the session.
 Το μέλος του συμβουλίου πρότεινε την αναβολή της συνεδρίασης.
move [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change: residence)αλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She moved apartments twice last year.
 Άλλαξε διαμέρισμα δυο φορές πέρσι.
move [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (advance: a game piece)μετακινώ, κουνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He moved his piece forward four spaces.
 Μετακίνησε (or: Κούνησε) το πιόνι του τέσσερα κουτάκια μπροστά.
move [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put in motion)κουνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He moved his arms up and down.
 Κούνησε τα χέρια του πάνω-κάτω.
move [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (sell: goods, merchandise)διακινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We have to move the merchandise before the end of the fiscal year.
move [sb] to do [sth] vtr + prep (impel emotionally) (κάποιον να κάνει κάτι)ωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Karen was moved to take in the stray dogs.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το ντοκιμαντέρ με ώθησε να ασχοληθώ πιο ενεργά με την οικολογία.
move [sb] to (do) [sth] vtr + prep (cause, provoke) (κπ σε κτ ή να κάνει κτ)ωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His actions moved her to call the police.
 Οι πράξεις του με ώθησαν (or: έκαναν) να καλέσω την αστυνομία.
 Οι πράξεις του με ανάγκασαν να καλέσω την αστυνομία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
moving | move
ΑγγλικάΕλληνικά
fast-moving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quick)γρήγορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γοργός, ταχύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The fast-moving traffic on this street makes it dangerous to cross.
get moving v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (act now)αρχίζω, ξεκινάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)ξεκουνιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They woke up at 10 o'clock but didn't get moving until noon.
get moving v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (go now)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)την κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We should get moving if we don't want to miss the flight.
house moving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (changing homes)μετακόμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 House moving requires a lot of organization.
house moving,
house-moving
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(changing homes) (σε γενική)μετακομίσεων ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται στη γενική: εταιρία μετακομίσεων
 Daniel works for a house moving company.
keep moving v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not stay still)κινούμαι συνεχώς ρ αμ + επίρ
  (αλλάζω μέρος)μετακινούμαι συνεχώς ρ αμ + επίρ
 Some species of sharks have to keep moving to survive.
mechanical walkway,
moving walkway,
moving pavement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(pedestrian conveyor belt)κυλιόμενος διάδρομος επίθ + ουσ αρσ
moving average nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistical mean)κινητός μέσος όρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
moving on interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (change of subject)πάω παρακάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ας συνεχίσουμε με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
moving target nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prey that moves and is hard to shoot)κινούμενος στόχος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
moving target nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] that shifts elusively) (μεταφορικά)κινούμενος στόχος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
moving van nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle used for removals)φορτηγάκι μεταφορών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We rented a moving van to clean out my boyfriend's store.
moving van nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle used to move furniture)φορτηγάκι μεταφορών, φορτηγάκι μετακομίσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When we changed apartments we hired a moving van, but loaded it ourselves.
slow-moving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sluggish, unhurried)αργοκίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'moving' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [hate, love] moving, UK: hire a moving van, hit by a moving [car, bus], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση moving στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'moving'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης