mover

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmuːvər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmuvɚ/ ,USA pronunciation: respelling(mo̅o̅vər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, often plural (worker who moves belongings)μεταφορέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The movers carried the boxes downstairs.
mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, often plural (company that moves belongings)μεταφορική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
  μεταφορική επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 William refused to hire a professional mover.
mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (achiever, doer)επιτυχημένο άτομο με ισχυρή επιρροή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you want to promote your business, talk to the movers in the community.
mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (dancer)χορευτής, χορεύτρια ουσ αρσ, ουδ θηλ
 Eugene is a nifty mover on the dance floor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fast mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] who acts promptly) (μεταφορικά)γρήγορο πιστόλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που δεν αφήνει λεπτό να πάει χαμένο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Veronica had an idea for a business and, within a couple of weeks, she had it up and running; she's a fast mover!
furniture mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (person: removal worker)μεταφορέας επίπλων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We owned so much furniture that we had to hire a furniture mover.
furniture mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (company: transports furniture)μεταφορική εταιρεία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
mover and shaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who has influence)που έχει επιρροή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)που κινεί τα νήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
prime mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (philosophy: first cause)κύριος υποκινητής επίθ + ουσ αρσ
prime mover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine)κύριος κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
  πηγή ενέργειας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mover στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mover'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης