mobility

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/məʊˈbɪlɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/moʊˈbɪlɪti/ ,USA pronunciation: respelling(mō bili tē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to move around)κινητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ικανότητα να μετακινούμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The older she gets, the more she regrets losing her mobility.
 Όσο γερνάει, τόσο λυπάται για την απώλεια της κινητικότητάς της.
mobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement of people)κινητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Traditional societies often provide for little social mobility.
 Οι παραδοσιακές κοινωνίες συχνά δεν επιτρέπουν σημαντική κοινωνική κινητικότητα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mobility impaired,
mobility-impaired
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(physically disabled)με κινητικές δυσκολίες, με κινητικά προβλήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
mobility vehicle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motorized buggy for the disabled)αυτοκινούμενο αναπηρικό αμαξίδιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
social mobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sociology)κοινωνική κινητικότητα επίθ + ουσ θηλ
upward mobility (sociology)ανοδική κινητικότητα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mobility' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mobility στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mobility'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης