mobile

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'mobile': /ˈməʊbaɪl/; 'Mobile': /ˈməʊbiːl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈmoʊbəl, -bil/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'mobile': (mōbəl, -bēl or, esp. Brit., -bīl for 1-8, 10, 11; bēl or, Brit., -bīl for 9); 'Mobile': (mō bēl, mōbēl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: able to move) (μπορεί να κινηθεί)ευκίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (διατηρεί την ικανότητα)κινητικός, δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Richard exercised a lot to keep himself mobile in his old age.
 Ο Ρίτσαρντ γυμναζόταν πολύ για να είναι ευκίνητος στα γεράματά του.
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sth]: movable)κινητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κάτι μικρό)φορητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Stella runs a mobile coffee shop from her van.
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: able to change location)που έχει τη δυνατότητα να μετακινείται εύκολα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε περιφραστική απόδοση με το ίδιο νόημα.
 John avoided buying too many things so that he could be more mobile.
 Ο Τζον απέφευγε να αγοράζει πολλά πράγματα ώστε να έχει τη δυνατότητα να μετακινείται εύκολα.
mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, abbreviation (mobile phone)κινητό επίθ ως ουσ ουδ
  κινητό τηλέφωνο επίθ + ουσ ουδ
 Tom took a call on his mobile.
 Ο Τομ έλαβε μια κλήση στο κινητό του.
mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dynamic sculpture)μόμπιλε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Susan put a mobile over her daughter's crib.
 Η Σούζαν έβαλε ένα μόμπιλε πάνω από την κούνια της κόρης της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (social) (κοινωνικός)κινητικός, δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Getting his new job made Sean more socially mobile.
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (military)ευέλικτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The government built a very mobile military that could be deployed anywhere very quickly.
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (face: expressive)εκφραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Vanessa has a very mobile face; you can always tell what she's thinking.
mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, abbreviation (mobile home)τροχόσπιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Laura lived in a mobile and traveled the country.
mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (mobile classroom, etc.) (π.χ. σχολείο)κινητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The school buildings are now too small for the number of students, so we'll have to get some mobiles for the extra classes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cell phone (US),
mobile phone (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (portable telephone)κινητό τηλέφωνο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κινητό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Cell phones are a lot smaller than they were 20 years ago.
 Τα κινητά τηλέφωνα είναι πολύ μικρότερα απ' ό,τι ήταν πριν από 20 χρόνια.
cellular telephone,
also UK: mobile telephone
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
formal (mobile phone)κινητό τηλέφωνο επίθ + ουσ ουδ
  κινητό επίθ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Η φράση «κυψελοειδές τηλέφωνο» χρησιμοποιείται πολύ σπάνια.
crib mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (object hung above baby's cot) (σε κρεβατάκι μωρού)μόμπιλε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κρεμαστό βρεφικό παιχνίδι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I bought my sister a crib mobile with farm animals on it for her new baby.
hanging mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decoration with dangling parts)μόμπιλε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
mobile home nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trailer used as permanent residence)τροχόσπιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 While we were saving up to buy a house, we rented a mobile home on the outskirts of town.
mobile library nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (travelling book-lending facility)κινητή βιβλιοθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The mobile library comes to my neighborhood once a week.
mobile operator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company running a cellphone network)εταιρεία κινητής τηλεφωνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)φορέας εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
mobile platform nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (portable electronic device)ηλεκτρονική πλατφόρμα επίθ + ουσ θηλ
mobile spa nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beauty treatment service) (καλλωπισμός)κινητό σπα επίθ + ουσ ουδ άκλ
mobile unit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (independent armed force or division)κινητή στρατιωτική μονάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ski-mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small vehicle for travelling on snow)μηχανοκίνητο έλκηθρο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σνόουμομπιλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
upwardly mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: moving up in society)ανερχόμενος κοινωνικά φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mobile' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: UK: just [bought, got] a new mobile, UK: a mobile with [8GB] of storage, UK: this mobile has a [five] -inch screen, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mobile στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mobile'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης