moat

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈməʊt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/moʊt/ ,USA pronunciation: respelling(mōt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trench around castle)τάφρος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sentries found a body in the moat early the next morning.
 Οι σκοποί βρήκαν ένα πτώμα στην τάφρο νωρίς το επόμενο πρωί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'moat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση moat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'moat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης