moan

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈməʊn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/moʊn/ ,USA pronunciation: respelling(mōn)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moan viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (person: groan softly)βογκάω, βογκώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο ήπιο, από στεναχώρια)στενάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The patient moaned as the surgeon poked at his wound.
 Ο ασθενής βόγκηξε καθώς ο χειρούργος άγγιξε την πληγή του.
moan viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." colloquial (complain too much)γκρινιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραπονιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)μουρμουράω, μουρμουρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 John's younger brother moaned all the time.
 Ο μικρότερος αδελφός του Τζον γκρίνιαζε όλη την ώρα.
moan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sound: soft groan)βογκητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο ήπιο, από στεναχώρια)στεναγμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The football player rolled over and let out a moan.
 Ο ποδοσφαιριστής κυλίστηκε κάτω και έβγαλε ένα βογκητό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (act of complaining)παράπονο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γκρίνια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μουρμούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται και τα αντίστοιχα ρήματα για την απόδοση του εν λόγω όρου.
 Sometimes a good moan helps you feel better about things.
moan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (wind)βουητό, βούισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)μουγκρητό, μούγκρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The moan of the wind through the trees was eerie.
moan viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (wind)βουίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (συριστικός ήχος)σφυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Rachel liked to listen to the wind moan through the trees.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
piss and moan v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, slang (complain, whine) (αποδοκιμασίας, καθομ)μυξοκλαίω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γκρινιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I don't want to hear any more pissing and moaning about not being able to use your cell phones, kids - we're camping!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'moan' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a moan of [frustration, despair, contempt], gave a long moan of [frustration], sexually explicit: let out a moan (of pleasure), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση moan στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'moan'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης