mnemonic

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/nɪˈmɒnɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/nɪˈmɑnɪk/ ,USA pronunciation: respelling(ni monik)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mnemonic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (memory aid)μνημονικός κανόνας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 In an emergency, the mnemonic "ABC" reminds people to check the patient's airway, breathing and circulation.
mnemonic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (used as memory aid)μνημονικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mnemonic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mnemonic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mnemonic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης