mix

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪks/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/mɪks/ ,USA pronunciation: respelling(miks)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mix vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blend)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We mixed red and yellow paint to create orange paint.
 Ανακατέψαμε (or: αναμείξαμε) κόκκινη και κίτρινη μπογιά για να φτιάξουμε πορτοκαλί μπογιά.
mix vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (combine)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mix the butter with the sugar, then add the eggs.
 Ανακατέψτε (or: αναμείξτε) το βούτυρο με τη ζάχαρη και προσθέστε τα αυγά.
mix vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stir)ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The recipe says to mix the ingredients until the butter has been absorbed.
 Η συνταγή λέει να ανακατέψεις τα συστατικά μέχρι να απορροφηθεί το βούτυρο.
mix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be blended, combine)αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Just add the water and the juice, and they will mix on their own.
 Απλά προσθέστε το νερό και το χυμό και θα αναμειχθούν (or: ανακατευτούν) μόνα τους.
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blend, mixture)μείξη, μίξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μείγμα, μίγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Orange paint is a mix of red paint and yellow paint.
 Η πορτοκαλί μπογιά είναι μείξη κόκκινης και κίτρινης μπογιάς.
 Η πορτοκαλί μπογιά είναι ένα μείγμα από κόκκινη και κίτρινη μπογιά.
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proportions)δοσολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The correct mix to create this colour paint is 4 parts blue and 2 parts red.
 Η σωστή δοσολογία για να δημιουργήσετε αυτό το χρώμα είναι τέσσερα μέρη μπλε και δύο μέρη κόκκινο.
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: semi-prepared)μείγμα, μίγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Don't bother making a cake from scratch. Just buy a cake mix.
 Μην κάτσεις να φτιάξεις το κέικ από την αρχή. Αγόρασε απλά το έτοιμο μείγμα.
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (variety of people)κόσμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There was a good mix at the party - plenty of single guys and single girls.
 Είχε καλό κόσμο στο πάρτι - πολλούς ελεύθερους άντρες και γυναίκες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of mixing)ανάμειξη, ανάμιξη, μείξη, μίξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)ανακάτεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mix of the ingredients took ten minutes to accomplish.
 Η ανάμειξη (or: μίξη) των υλικών διήρκησε δέκα λεπτά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το ανακάτεμα των υλικών της πήρε πολύ ώρα, και τελικά δεν πρόλαβε να τελειώσει εγκαίρως.
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (type of drink)κοκτέιλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Would you like a beer, or shall I make you a mix?
 Θες μια μπύρα ή να σου φτιάξω ένα κοκτέιλ;
mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music)μίξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I created a mix of my favourite music for you on a CD.
 Σου έφτιαξα μια μίξη με την αγαπημένη μου μουσική σε ένα CD.
mix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be compatible)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They say that American guys and Spanish girls mix pretty well.
 Λένε ότι οι Αμερικάνοι με τις Ισπανίδες ταιριάζουν πολύ καλά μεταξύ τους.
mix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (at social events)αναμειγνύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπερδεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The politician mixed with the crowd, saying hello to everybody.
 Ο πολιτικός αναμείχθηκε με το πλήθος και χαιρέτησε όλο τον κόσμο.
 Ο πολιτικός μπερδεύτηκε στο πλήθος και χαιρέτησε όλο τον κόσμο.
mix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (spend time with)βρίσκομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I really like Robert, but we don't mix.
 Συμπαθώ πολύ τον Ρόμπερτ, αλλά δεν βρισκόμαστε.
mix vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (music)μιξάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The DJ mixed the two tunes expertly. We should go to that dance club again.
 Ο DJ μίξαρε τα δυο κομμάτια με επιδεξιότητα. Πρέπει να ξαναπάμε σ' αυτό το κλαμπ.
mix with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (socialize) (με κπ)συναναστρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω παρέα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I like to mix with people of all ages as this helps broaden my outlook on life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
mix in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (blend or stir in)ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
mix together vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (combine, blend)ανακατεύω,συνδυάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you mix blue and red together, you get purple.
mix together vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (blend by stirring)ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mix together the flour, egg and milk until you have a smooth paste.
mix up [sth],
mix [sth] up,
mix up [sth] and [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(mistake)μπερδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My grandfather is always mixing up his words.
 Ο παππούς μου μπερδεύει συνέχεια τα λόγια του.
mix [sth] up with [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (mistake, confuse) (καθομιλουμένη)μπερδεύω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
  συγχέω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
 A lot of people mix up the meaning of 'imply' with the meaning of 'infer'.
 Πολλοί συγχέουν τη σημασία της λέξης «υπονοώ» με τη σημασία της λέξης «συνάγω».
mix [sb] up with [sb] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (identities: confuse)μπερδεύω κπ με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm always mixing her up with her sister. They look so alike!
mix [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make disorderly)ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please don't mix up my chess pieces.
 Σε παρακαλώ μην ανακατέψεις τα πιόνια απ' το σκάκι μου.
mix [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (concoct) (με ανάμειξη συστατικών)παρασκευάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm going to mix up some strawberry milkshakes.
 Θα φτιάξω μερικά μιλκ σέικ φράουλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cake mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prepared batter for cake-baking)μείγμα για κέικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This cake mix is very convenient: you only need to add oil and an egg.
mix it up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (argue, fight) (αργκό)πλακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The hockey teams really mixed it up last night; some of the boys went home with fewer teeth.
 Οι ομάδες χόκεϊ πλακώθηκαν για τα καλά χτες το βράδυ. Μερικά από τα παιδιά γύρισαν σπίτι με λιγότερα δόντια.
mix it up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, slang (actively compete)βάζω τα δυνατά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα δίνω όλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Our basketball team isn't doing very well; I wish they would mix it up a little.
 Η ομάδα του μπάσκετ μας δεν τα πάει και πολύ καλά, μακάρι να έβαζαν λίγο τα δυνατά τους .
mix it up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (vary things)έχω ποικιλία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω ένα ποτ πουρί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω αλλαγές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αλλάζω, ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The band like to mix it up a bit to keep things interesting.
 Το συγκρότημα προτιμά να έχει ποικιλία, για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού.
mix it up with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, slang (argue, fight) (αργκό)πλακώνομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 John really mixed it up with Joe; now both of them are in the hospital.
mix [sth] together with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (combine, blend) (κάτι με κάτι)ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
mix up [sb] and [sb],
mix up [sb] with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(identities: confuse)μπερδεύω κπ με κπ άλλο ρ μ + πρόθ
 I always mix up Scarlett Johansson and Amber Heard; to me they look really alike!
 Πάντα μπερδεύω τη Σκάρλετ Γιόχανσον με την Άμπερ Χερντ. Για εμένα, μοιάζουν πάρα πολύ.
mix-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (confusion) (καθομιλουμένη)μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The nurse administered heparin instead of Coumadin, a fatal mix-up.
 Η νοσοκόμα χορήγησε ηπαρίνη αντί για κουμαδίνη, πράγμα που ήταν ένα μοιραίο μπέρδεμα.
mix-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (confusion, misunderstanding) (καθομιλουμένη)μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παρεξήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)μπάχαλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
stuffing mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prepared breadcrumb-and-herb mixture) (μαγειρική)μείγμα για γέμιση φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
trail mix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (snack food: assorted fruit and nuts)θρεπτικό σνακ για πεζοπόρους και ορειβάτες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mix' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: mix the [batter, sauce], [cake, bread, cement] mix, make a mix tape (for), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mix στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mix'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης