misled

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌmɪsˈlɛd/


From the verb mislead: (⇒ conjugate)
misled is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: misled, mislead

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
misled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wrongly informed)παραπλανημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει παραπλανηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The misled detective looked for clues in the wrong places.
misled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (deceived) (το άτομο)εξαπατημένος, παραπλανημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει εξαπατηθεί, που έχει παραπλανηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Donald's misled belief that his wife is honest makes people laugh at him behind his back.
 Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ είχε παραπλανηθεί και πίστευε ότι η γυναίκα του είναι ειλικρινής έκανε πολλούς να γελάνε πίσω από την πλάτη του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mislead [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deceive)παραπλανώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αποπροσανατολίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The criminal misled the police so that he could escape.
 Ο εγκληματίας παραπλάνησε την αστυνομία ώστε να ξεφύγει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mislead [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lead wrongly)παραπλανώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποπροσανατολίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπερδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The signs misled the hikers and they got lost in the mountains.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'misled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση misled στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'misled'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης