misconduct

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌmɪsˈkɒndʌkt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n. mɪsˈkɑndʌkt; v. ˌmɪskənˈdʌkt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. mis kondukt; v. mis′kən dukt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
misconduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bad behaviour)ανάρμοστη συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά επίθ + ουσ θηλ
  παράπτωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The students were called before the headmaster for misconduct.
 Οι μαθητές κλήθηκαν από τον διευθυντή λόγω κακής συμπεριφοράς.
misconduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unlawful actions in workplace) (πειθαρχικό, επαγγελματικό)παράπτωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παράβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The lawyer was reprimanded and disbarred for misconduct.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
wilful misconduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: negligence) (νομική)δόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'misconduct' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση misconduct στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'misconduct'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης