misconception

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌmɪskənˈsɛpʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌmɪskənˈsɛpʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(mis′kən sepshən)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
misconception nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wrong idea)παρανόηση, παρεξήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's a misconception that antibiotics help get rid of a cold.
 Αποτελεί παρανόηση το ότι τα αντιβιοτικά βοηθούν στο να απαλλαγούμε από ένα κρύωμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a [huge, fundamental, widespread] misconception, [address, challenge, dispel] a misconception, the misconception was [challenged, cleared, corrected], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση misconception στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'misconception'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης