mischief

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪstʃɪf/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmɪstʃɪf/ ,USA pronunciation: respelling(mischif )

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mischief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (annoying actions)αταξία, σκανταλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ, μεταφορικά)διαολιά, διαβολιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Richard was always up to some mischief when he was a child.
 Ο Ρίτσαρντ πάντα σχεδίαζε κάποια σκανταλιά όταν ήταν παιδί.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mischief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intent)πονηριά, κατεργαριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πονηράδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ, μεταφορικά)διαολιά, διαβολιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mischief was obvious in the child's expression.
mischief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. obsolete ([sb]: cause of harm, devil) (κπ που προκαλεί ενόχληση)μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  βάσανο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συνήθως παιδί)πειραχτήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Οι λέξεις «μπελάς» και «βάσανο» μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην καθομιλουμένη και για κάποιο πρόσωπο.
 The teacher caught the little mischief and brought him to justice.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
criminal mischief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crime: damage to property)φθορά ξένης ιδιοκτησίας, φθορά ξένης περιουσίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
make mischief v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause trouble)κάνω αταξίες, κάνω σκανταλιές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Some puppies make mischief such as stealing one of your slippers.
malicious mischief (willful destruction)κακόβουλη πρόκληση φθοράς σε ξένη ιδιοκτησία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
mischief-maker,
mischief maker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who makes trouble)σκανταλιάρης, κατεργάρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mischief' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: mischief in [class, the classroom], I have had enough of your mischief!, getting into mischief again!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mischief στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mischief'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης