miscarriage

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪskærɪdʒ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌmɪsˈkærɪdʒ, ˈmɪsˌkær-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(mis karij; for 1 also miskar′ij)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
miscarriage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (premature end to pregnancy)αποβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tina had a miscarriage two months into her pregnancy.
 Η Τίνα είχε μια αποβολή όταν ήταν δυο μηνών έγκυος.
miscarriage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (failure)αποτυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The plan was a miscarriage from the start.
 Το σχέδιο ήταν μια αποτυχία από την αρχή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
miscarriage of justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: wrongful judgement)δικαστική πλάνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He was deemed to have suffered a miscarriage of justice and was released from prison.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'miscarriage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a miscarriage during pregnancy, the (young) woman suffered a miscarriage, had already suffered [two] miscarriages, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση miscarriage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'miscarriage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης